Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009


Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας. Σκέφτομαι πως δε σκέφτομαι κι επανέρχομαι στη θέση μου. Κι ύστερα προσποιούμαι πως δεν προσποιούμαι πια. Τότε είναι που βγαίνω απ’ την πόρτα και χάνομαι, δε με βρίσκω πουθενά. Οι γνωστοί δρόμοι αλλάζουν όνομα, όψη και πορεία, το πρωί μεσημέρι βράδυ μεσημέρι βράδυ και μετά πρωί, όλα στο μίξερ και μετά σ’ ένα μεγάλο κάδο απορριμμάτων, περνάει το φορτηγό και τα μαζεύει- το πρωί ή το βράδυ- μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια. Και τότε θέλω να φωνάξω «Όχι, όχι, αφήστε τα κάτω, θα τα χρειαστώ και αύριο!», αλλά πάλι δειλιάζω. Έχω ένα φόβο ανυπολόγιστο, ανυπέρβλητο και ανυπόταχτο. Όταν κάποιος φωνάζει τ’ όνομά μου, εκείνος μπαίνει στην τσέπη μου και κρύβεται για όσο χρειαστεί. Έχω ένα φόβο υπομονετικό, ενοχλητικό που όλο μου ψιθυρίζει, μου λέει, εσύ, που κάνεις πως δεν ακούς, που κάνεις πως δε βλέπεις, που κάνεις πως δε συνειδητοποιείς. Δες! Την ανάγκη του ανθρώπου για φόβο. Την ανάγκη του ανθρώπου για άνθρωπο. Την ανάγκη του ανθρώπου για ανάγκη. Την ανάγκη του ανθρώπου για θάνατο. Για ζωή. Την ανάγκη αυτού εδώ, αυτού-εδώ-του-πολύ-συγκεκριμένου-ανθρώπου, την ανάγκη του για έρωτα.
Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας, στο τέλος με φτάνει και με προσπερνάει.
(ε.σ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου