Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Μυστήρια τραίνα




Διάλειμμα.
.................................................................
Θυμάμαι τότε που- νύχτα ήταν θαρρώ- μια νύχτα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, τότε που κάποιος αντάλλαξε μια μήτρα μ’ ένα διαβατήριο κι έτσι κατάφερε να φύγει… Κι αν αυτός ο άγνωστος μας δίδαξε κάτι για τη μοναξιά, αυτό ήταν το χρώμα της. [Το προφανές]
Ήταν αληθινά ύποπτος. Επέμενε ν’ ανάβει τα τσιγάρα του με το κερί, ρουφούσε σα να ‘θελε να καταπιεί όλη τη φλόγα, δεν πίστευε λέξη απ’ όσα του ‘χα διηγηθεί για τους ναυτικούς και τις νεράιδες της φωτιάς. Δεν πεθαίνει κανείς με δοξασίες. Η μήπως αυτό είναι ο θάνατος; Μια δοξασία. Όπως εκείνη την πρωτοχρονιά που ζήτησα μια αγάπη και μου ‘φεραν μια Κυριακή.
Τα δεχόμουν αδιαμαρτύρητα λοιπόν όλα αυτά, γιατί είχα κάτι άλλο στο μυαλό μου, πιο σίγουρο και πιο διαβολικό.
.........................................................
Και τώρα αφήστε με. Δεν μπορώ να πω περισσότερα. Έχω πια μεγαλώσει. Έχω αλλάξει πόλη, χώρα διαμονής και ονοματεπώνυμο. Τα θυμάμαι βέβαια όλα. Μερικά δε μ’ αφήνει κι ο ίδιος ο χρόνος να τα ξεχάσω, κάποια βράδια βάφεται ολόμαυρος σαν δίνη, απλώνει τα δυο τεράστια κοφτερά του χέρια, μου ανοίγει το κεφάλι στα δύο, τα βάζει όλα μέσα, μνήμες και μέρες και εισιτήρια καθώς και άλλα πολλά, όχι δικά μου πράγματα μα δικά του πιο πολύ και τα στροβιλίζει με μανία. Τον ευχαριστώ για τον κόπο του και γι΄ αυτόν τον εξαίσιο πόνο. Για τον εαυτό του δεν κράτησε τίποτα. Κι εδώ καλά είναι πάντως αλλά πάλι μνήμες γεμίζω. Εδώ, στις Αλκυονίδες ημέρες ποτάμια ανθρώπων ρέουν ασταμάτητα, ανενόχλητα, ξεχειλίζουν τα στενά, τις λεωφόρους. Απόστρατοι αξιωματικοί ξιφομαχούν με κολόνες του ηλεκτρικού, κάποιος βάλθηκε να αλλάζει τα ονόματα των δρόμων, συννεφιά, πόσοι βαθμοί Κελσίου αυτοί κι εγώ να κλαψουρίζω σ’ αγαπάω. Μια μυστηριώδης συμμορία αποτελούμενη από μικροσκοπικές σοπράνο που ακονίζουν τις γλώσσες τους, τις καταπίνουν και ξερογλείφονται, άλλοι πάνε για δουλειά, τα παγκάκια άδεια και τα λεωφορεία σε απεργία. Τα ημερολόγια άγραφα μα κόκκινα, κίτρινα φύλλα στον αέρα, ο αέρας δυνατός, τα δέντρα φυλλοβόλα. Αθήνα (πια), έτος δύο χιλιάδες κάτι, πραγματικό.
(ε.σ.)

2 σχόλια:

  1. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΤΟ BLOG ΣΑΣ..ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΑΦΕΡΩ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΣΑΣ ΣΚΕΨΕΙΣ(..ΚΑΙ ΔΕ ΤΟ ΛΕΩ ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΑΝΕΒΑΣΩ).ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΝΑ ΣΑΣ ΔΙΑΒΑΣΩ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΑΝΕΡΘΩ..
    ΤΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΩ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ(ΠΟΙΗΜΑ) ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ..ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗ ΚΟΛΛΑΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΟΣΟ ΑΛΛΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΜΟΥ ΗΡΘΕ ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΤΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΑΣ..
    ΣΑΣ ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ..



    ''Στέκομαι μόνος και στεγνός
    στου κόσμου το πηγάδι
    κι ούτε που ξέρω αν έξω έχει φως
    ή αν έπεσε σκοτάδι

    Μα απόψε η νύχτα είναι γλυκιά
    σαν φάρμακο, σαν χάδι
    και σέρνει ο αέρας ως εδώ
    μια μυρωδιά από στάχτη

    Ποιος καίγεται απόψε
    και μύρισε η πόλη αγάπη;
    Ποιος καίγεται απόψε
    και μύρισε η πόλη αγάπη;''

    ΓΕΙΑ ΧΑΡΑ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή