Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος ΙΙ: λίγες δικαιολογίες για το φόβο



Κανένας δεν έρχεται πια να χτυπήσει την πόρτα. Να δεις που φταίει η βροχή, η ασταμάτητη βροχή, και το κρύο. Μια μέρα μου κλείνεις ένα ραντεβού κι όταν έρχομαι δε με βλέπεις. Καθόμαστε ακίνητοι σ' αυτή τη γωνία, πλάτη με πλάτη και περιμένουμε να περάσει κάπως η ώρα, περιμένω μόνο να φύγω, δεν πατάω καθόλου στο τώρα, ακούω ήδη τα παπούτσια μου να βηματίζουν στο αύριο. Χαμένοι χρόνοι, ψυχοτρόποι τόποι, πολύχρωμα διαστημικά φαρμακεία. Αποκεφαλίζω μία μία τις μέρες και τις πετάω ξανά στη θάλασσα. Πού θα πάει, θα φυτρώσει μια νέα αγάπη, θα μπορώ να πω πως δεν πήγε χαμένο τόσο νερό απ' τα σύννεφα απ' τα μάτια τόσα αστέρια.

ε.σ.

*sketch: Giorgos Tsopanos

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος Ι



Έφαγα όλες μου τις τύψεις και έμεινα μισή. Έξω απ' το πρωί βρέχει αίμα. Αστράφτουν οι ιδέες και χάνονται, πότε θα έρθεις; Στερεύει ο κόσμος.

ε.σ.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Νοέμβρης



Όταν φεύγεις δεν υπάρχει τίποτα πια για μένα, ούτε ένα κάτι ούτε ένα γιατί, ένα δύο αμέτρητα τίποτα. Δεν υπάρχει ένα κλάμα ένα γέλιο μέχρι να εμφανιστείς στη γωνία και να κρυφοκοιτάξεις την αυριανή μέρα. Αυτή η ματιά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα μένω πάντα πίσω να προσέχω αυτό που δεν είδες και δεν θα σε προστατεύω ποτέ όταν θα υποψιάζεσαι πως μπορεί να το κάνω. Θα σκοτώνω όλα σου τα πώς και τα γιατί και τα ίσως, θα τα θάβω στη δική μου αυλή γιατί εσένα σε έχει στο μάτι η αστυνομία. Θα τρέχω πάντα πίσω απ’ τα θέλω σου τα όχι σου θα σπάνε θα ‘ναι γυαλιά στους τοίχους του μυαλού μου θα είσαι ένα μικρό αγκάθι ένα καρφάκι μια ρωγμή θα γκρεμίσεις τις πόρτες του σπιτιού μου θα είσαι κάτι που δεν είναι απ’ αυτό εδώ το μέρος δεν είναι από κανένα μέρος του κόσμου αυτού κι όμως θα είσαι θα βρίσκεσαι πάντα στο δρόμο μου από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Θα είσαι πάντα στη μέση και θα ‘μαι πάντα ένα βήμα πριν περάσεις. Κι η θάλασσα θα είναι πάλι ένα άλλο νερό, ξένο, κάθε μέρα μια άλλη αυτή κι εγώ μια άλλη κάθε μέρα και κάθε μέρα πάλι. Δε θέλω να σ’ αφήσω σ’ αυτή την τύχη.

ε.σ.

*illustration by Giorgos Tsopanos

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

οκτώβριος



Ας μην είχα ποτέ ένα ποτέ ξανά να με καταδιώκει, είπε, τελικά υπήρχε κάτι που του διέφευγε κι όλο έφευγε και ταξίδευε στο νερό, κι ήμουν ελεύθερη ένα κάτι χωρίς προορισμό μα με μια επιθυμία τεράστια που τελικά δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τσίμπημα μέλισσας ή μια αθώα μαχαιριά στο στέρνο. Ένα κλουβί, όπως το ονειρεύτηκα, να με απελευθερώνει και μετά θάνατον. Μετά εγώ ευτυχισμένη. Μετά αυτός μόνος. Να κοιτάζει τα καράβια που πάνε κι έρχονται και που ποτέ δε μένουν. Σκλαβωμένα καράβια στην αιώνια θάλασσα. Κόλαση κι εμείς γελούσαμε. Ας ήταν ένα ποτέ που θα ‘φευγε μαζί με το πάντα και δε θα ‘χα ούτε μια στιγμή ακόμα να ασχοληθώ μαζί του. Πολύτιμη στιγμή. Ένα άλλο γέλιο επιστρέφει απ’ το χάος μια άλλη θλίψη κλειδώνεται στο δωμάτιο και μένει εκεί. Ακούω χιλιάδες λυγμούς τη νύχτα, τρυπάνε το μαξιλάρι κι έτσι ξέρω πως δε θα ‘ρθεις. Ευτυχώς. Όλα μου τα λάθη γίνονται πτώματα για να πατήσεις πάνω τους. Κι όλα τα μάτια είναι από λόγια φτιαγμένα, κοιτάνε κατευθείαν στα σωθικά ή στ’ αστέρια.

ε.σ.

*sketch by Giorgos Tsopanos

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

όταν η ώρα ήταν ακόμα εκεί



σύντομα όλα θα φτιάξουν θα γίνουν ροζ ή άσπρα και θα περνάνε απαρατήρητα μέσα απ' τα κύματα, κάποιος αργεί για μέρες στο ραντεβού, δεν μπορεί να βρει τι ώρα είναι, μετά εκείνη θα φύγει, εκείνος θα μείνει αιωνια κολλημένος σε μια καρέκλα και τα αίματα θα πλημμυρίσουν τον κόσμο κανείς μας δε θα επιζήσει, ενώ εσύ θα μπορούσες απλώς να βγεις έξω και να φωνάξεις βοήθεια, τότε όλα τα κύμβαλα θα επαναστατούσαν και θα γίνονταν μικρά γαλάζια αστέρια τότε θα τα έπιανα όλα για να σου επιτεθώ όχι όχι τότε θα τα έριχνα όλα πάνω σου για να αμυνθώ το ρολόι θα ούρλιαζε το καράβι θα σφύριζε μια βόλτα που δεν κάναμε ποτέ μακριά απ' τους εαυτούς μας θα κλαίει στη γωνία του δρόμου δε θα μυρίζει πια γιασεμί η πόλη αόρατη οι άνθρωποι πάντα ξύπνιοι πουθενά ησυχία και τότε κάποιος θα κρατήσει την καρδιά του τόσο σφιχτά που θα την εξαφανίσει,ένα κοχύλι θα στάζει αίμα ασταμάτητα θα τα βάψει όλα ροζ ή άσπρα, μετά εκείνη θα ξαναγυρίσει θα του πει σ' αγαπώ το αίμα θα στερέψει όλες οι πληγές θα κλείσουν σύντομα όλα θα φτιάξουν.
Σύντομα όλα θα φτιάξουν.

ε.σ.

*sketch by Giorgos Tsopanos

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

οι διακοπές


Κάνω μια σκέψη να αρχίσω να μαζεύω διάφορα κομμάτια μου που έχουν σκορπίσει και βρωμίζουν το σπίτι. Ύστερα την αφήνω να πέσει κι αυτή βαριά και να σκοτωθεί μέσα στα ξεραμένα αίματα. Βάζω ξυπνητήρι να σηκωθώ να τα μαζέψω όλα το πρωί. Όμως αντί για ύπνο, ανεβαίνω στα πιο ψηλά σημεία της πόλης έχοντας πάντα μαζί μου ένα ζευγάρι κυάλια. Θέλω να δω αν υπάρχει κάτι πέρα από τη ματαιότητα.
Εκεί συναντάω συχνά έναν τύπο με μια μαύρη ρεπούμπλικα. Μου είπαν πως ο τύπος αυτός πλήρωσε κάποιους για να ανοίξουν μεγάλες τρύπες στην άσφαλτο. Διάφοροι ανυποψίαστοι πέφτουν μέσα και εξαφανίζονται. Πόσα λες να τους έδωσε; Στο κομοδίνο έχω πάντα ακουμπισμένη μια μοναξιά τετελεσμένη, τη φυλάω μέσα σ' ένα γυάλινο δοχείο γιατί φοβάμαι πως θ' αρχίσει να απλώνεται. Όταν είμαι στα ψηλά σημεία, πλαστικοί σταυροί βολτάρουν στον αέρα και φωτίζουν με τη φτήνια τους το νυχτερινό ουρανό. Τώρα πια όλοι θάβουν τους νεκρούς μέσα στα αυτοκίνητά τους. Οι τελετές δυσκολεύουν. Όλα τα μυστήρια ξαναγίνονται. Στον υποθετικό μου ύπνο αρώματα και χρώματα ξυπνούν παλιές μνήμες, άγνωστες και ομορφότερες. Έβγαλα το χαρτάκι με το όνομά μου απ' το κουδούνι. Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε ξανά σ' αυτή την πόλη.

ε.σ.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Η μέρα που δεν υπήρχες


Ρόδες στρίβουν με θόρυβο κι αναταράσσουν το παρελθόν. Μείνετε μέσα στα μνήματα, μόνο εκεί είστε ασφαλείς. Όταν θυμώνεις ένα κόκκινο μεγάλο αίμα πλημμυρίζει τα ταβάνια. Δεν ακούγεται πια το ρολόι, ένας άνθρωπος ήρθε και με ρώτησε κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβα. Του έδωσα τη διεύθυνσή σου και του είπα να προσέχει. Ακολούθησε μια μικρή κλωστή και βρέθηκε μέσα στην τσέπη μου, αλλά δεν είχα καθόλου χρήματα κι έτσι έφυγε κι αυτός.
Όπως τελειώνει η ανάγκη, έτσι αρχίζει η ενοχή. Να θυμηθώ πριν πεθάνω να καταναλώσω ό,τι απέμεινε. Πάρε αγκαλιά τις αγωνίες μου και μεγάλωνέ τες όσο θα λείπω. Να ξέρεις ότι μπορεί να μην βρω ξανά το δρόμο να γυρίσω. Στο μεταξύ θα διασκεδάζω τη μεταφυσική ικανότητα να γράφω τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Εδώ πάντα.

ε.σ.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Επιστολή στο μεγάλο χρόνο


sketch by Giorgos Tsopanos

Όταν σε πρωτοείδα, περπατούσες κι άφηνες με τα παπούτσια σου ίχνη από αίμα στο πεζοδρόμιο, έσερνες μια μεγάλη χάρτινη βάρκα και μου είπες πως ψάχνεις το κοντινότερο λιμάνι. Σου είπα πως εδώ κοντά δεν έχει θάλασσα και πως αν ήθελες, θα μπορούσες να ταξιδεύεις μέσα σε μικρές γαλάζιες φλέβες. Είπες πως δεν είναι σωστό κι έφυγες. Εγώ τότε ειπα πως δε θα ξαναγυρίσω στο σπίτι και νοίκιασα ένα μικρό δωμάτιο στο κεντρικό ξενοδοχείο. Μου αρέσουν τα ξενοδοχεία. Στους διαδρόμους τους συναντάς κάτι ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με το θάνατο. Καμιά φορά είναι αγκαλιασμένοι, τα γράμματά τους είναι ολοστρόγγυλα, πάνε κι έρχονται κάτω απ' τις πόρτες χωρίς να λογαριάζουν ταχυδρόμους και υπηρεσίες επικοινωνιών. Καμιά φορά είναι μόνοι.
Μιά μέρα ήρθε στη ρεσεψιόν ένα τηλεγράφημα κάνοντας πολύ θόρυβο. Τρόμαξε όλο τον κόσμο. Οι ένοικοι κλείστηκαν στα δωμάτιά τους και κανείς δεν έβγαινε παρά τις επίμονες προσπάθειες των υπαλλήλων να αποκατασταθεί η τάξις ή έστω να πληρώσουν για την έξτρα διαμονή. Το ίδιο έγινε και την επομένη. Και τον άλλο μήνα. Ολόκληρο το χρόνο. Μόλις έφτασαν τα Χριστούγεννα, κάποια που ήταν σαν κι εμένα αλλά όχι εγώ, βγήκε απ' το απέναντι δωμάτιό και κατέβηκε να παραλάβει το τηλεγράφημα. Ήταν από σένα κι έγραφε μόνο δυο λέξεις. Λίγες ώρες αργότερα ο ρεσεψιονίστ βρέθηκε δολοφονημένος μέσα σ' ένα πίνακα ζωγραφικής. Στο χαλί είδα ίχνη από τα παπούτσια σου, ίχνη από αίμα. Τότε η κοπέλα που μου έμοιαζε έφυγε. Ξεγέλασε τη σπιτονοικοκυρά μου, πήρε το κλειδί μου κι έμεινε στο σπίτι μου.
Από τότε κολυμπάω μέσα σε μικρές γαλάζιες φλέβες και σε περιμένω να το πάρεις απόφαση. Ήταν η μέρα που ο κόσμος επέστρεψε στην κανονική ζωή του.

ε.σ.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Μαύρο



Την ώρα που η τρέλα χτύπησε την πόρτα μου ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Κάτι σαν σπάσιμο. Βγήκα έξω, αλλά δεν ήταν κανείς. Μόνο μια σκιά είδα που δεν ξεμάκρυνε αλλά κούρνιασε στο μυαλό μου. Κι άρχισε να χορεύει αποσυντονισμένη έναν αλλόκοτο χορό με μια μουσική απόκοσμη που ηχούσε στα αφτιά μου από το πουθενά. Τότε μου αποκαλύφθηκαν όλα.
Βγήκα έξω. Συννέφιασε κι άρχισε να βρέχει. Έβρεχε μαύρο από έναν κατασκότεινο ουρανό που είχε φυτρώσει πάνω από ένα σώμα γεμάτο εκδορές. Ένα παλιό ατύχημα χωρίς ούτε μια αμυχή επέστρεψε με τα σημάδια ορατά να πονάνε και να αιμορραγούν, ενώ ο αέρας που φυσούσε σκορπούσε τον πόνο στις τέσσερις άκρες του κόσμου. Τότε εμφανίστηκε μια γυναίκα με βρώμικα ρούχα και ένα λευκό μαντήλι, έριξε δύο σταγόνες ουρανού στο μαντήλι και καθάρισε τα τραύματα. Στην αρχή, ένα μούδιασμα και έπειτα οι πληγές χάθηκαν. Το μαντήλι μαύρισε, το σφούγγισε και έτρεξαν όλα τα δάκρυα της εποχής των πένθιμων εμβατηρίων και των μνημόσυνων σε άγνωστους νεκρούς που στοιβάχτηκαν κοντά στην πολυκατοικία που έγινε το ατύχημα. Σταμάτησε η βροχή και βγήκε ένας ήλιος σεμνός κρυμμένος πίσω από ένα αυθάδες σύννεφο. Προχώρησα ένα βήμα και άλλο βήμα. Έφτασα μπροστά σε μια βιτρίνα. Μια γυναίκα ντυμένη με όμορφα ρούχα με κοιτούσε αμίλητη. Της αράδιασα ένα σωρό λέξεις σφραγισμένες για χρόνια στα υπόγεια της πιο βαθιάς σιωπής.

«Έρχομαι από μακριά, χωρίς εποχές ο νους μου, απλώνω στην ταράτσα κάθε μέρα τις σιωπές μου, να στεγνώσουν από τις φλυαρίες που κατάπια, σάλιο και βρωμιά, έχω έναν θυμό παράξενο, και θέλω να σκοτώσω κάποιον, ποτέ δεν ήξερα ποιον, γιαυτό δεν το έκανα μέχρι τώρα, στα όνειρα μου είμαι πάντα οπλισμένη, άλλοτε πηγαίνω σε κηδείες αγαπημένων συγγενών, δεν κλαίω, μόνο λίγο πριν το τέλος, πέφτω κι εγώ στο λάκκο, άλλοτε καταβροχθίζω όλα τα χάπια, τα μασάω, τα δαγκώνω, τα σαλιώνω, τα καταπίνω όλα μαζί, έχω αδυναμία σε αυτά για τις ημικρανίες και τους ρευματισμούς, παραξενιά θα μου πεις, κάποτε ονειρεύτηκα το πρόσωπο εκείνου κοιμισμένο, ξαφνικά άνοιξε το στόμα του και με κατάπιε, για πολλά χρόνια από τότε δεν ξύπνησα, έμεινα κοιμισμένη στην κοιλιά του, ήταν ζεστά και πάντα μου έριχνε ένα ξεροκόμματο, τις Κυριακές τρώγαμε μαζί, οι δύο μας, και πίναμε και κανα κρασάκι, στο τέλος τρώγαμε και γλυκό του κουταλιού, βύσσινο, δεν ξέχασε ότι λάτρευα το βύσσινο, μα χτύπησε μια μέρα η πόρτα, κι έπρεπε να ανοίξω, εκείνος είχε πια πεθάνει σε ένα ατύχημα, δεν ήταν άλλος κανείς τριγύρω, τελικά άνοιξα εγώ…»

Εκείνη δε μίλησε. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Μπήκα μέσα απ΄ τη βιτρίνα και την έσπασα. Μια σπασμένη κούκλα για τα σκουπίδια σκισμένο το άψογο σύνολο και εκείνη να με καρφώνει με τα τεράστια μάτια της και τις βλεφαρίδες όλα ψεύτικα να σημαδεύουν την αλήθεια μου. Άρχισαν να φωνάζουν. Είσαι τρελή. Θα επανορθώσω είπα. Φόρεσα ένα φουστάνι και κάθισα στη βιτρίνα. Πήρα πόζα και δεν κουνήθηκα. Πέρασε η ώρα. Έκλεισαν τα φώτα, έκλεισαν τα μαγαζιά. Μια παρέα αργά το βράδυ κοιτούσε το φόρεμα. Ήταν σε προσφορά. Τέλος εποχής. Ξεπούλημα.

α.κ.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Πεινασμένη ιστορία




Έπειτα από χίλια χρόνια ενός βαρύ ύπνου εκείνη σηκώθηκε νωρίς το πρωί το σώμα της μουδιασμένο πήγε στην κουζίνα κι ετοίμασε ένα ατελείωτο τραπέζι πέρα απ΄ τα σύνορα του κόσμου γεμάτο όλες τις εκλεπτυσμένες εκφράσεις των γεύσεων δε δοκίμασε ούτε μια μπουκιά αν και είχε να φάει χρόνια έφτασαν οι καλεσμένοι καταβρόχθισαν βουλιμικά όλα τα εδέσματα δεν έμεινε τίποτα έφυγαν όλοι έμεινε ένας μόνο δεν έφαγε τίποτα ίσως δεν πρόλαβε ίσως όταν συνέβαιναν όλα αυτά αυτός κοιτούσε αλλού εκείνη κάρφωνε τα ψίχουλα που της άφησαν και τους λεκέδες πάνω στο τραπέζι τραβάει το τραπεζομάντιλο γδύνεται και ξαπλώνει στο τραπέζι δεν είχε τίποτα άλλο στα ντουλάπια της.

α.κ.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Σε έναν άλλον (κόσμο) με αγάπη


photo by Aerostatik (http://aerostatiks.blogspot.com)


Η αλήθεια είναι πως ονειρεύομαι πολύ. Ίσως γιατί κοιμάμαι πολύ. Όταν κοιμάμαι βλέπω καλύτερα. Κάποτε είχα ονειρευτεί να ζήσω μαζί σου, ήμασταν λέει αόρατοι, είχαμε στους καρπούς και τους αστραγάλους μας κάτι ξεφτισμένα κομμάτια σπάγκου -σημάδι πως τα είχαμε καταφέρει μια χαρά, είχαμε δραπετεύσει. Τώρα ζούσαμε ευτυχισμένοι κάτω από έναν ήλιο όχι μεγαλύτερο από ένα αυγό ή στην καρδιά μιας παπαρούνας. Μια τεράστια καμηλοπάρδαλη των δυτικών πόλεων μας είχε υιοθετήσει και θα μας προστάτευε για πάντα. Μια μέρα καθώς περνούσαμε έξω απ' το νεκροταφείο, κάτω από τον μικρό μας ήλιο-αυγό, βρεθήκαμε -ποιός ξέρει πώς;- σ' έναν τσιμεντένιο τούνελ τόσο μαύρο που ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με την τόση σκοτεινιά του. Τότε μου έπιασες τα χέρια και είπες θα μου λύσεις τα κομμάτια του σπάγκου και θα μου αγοράσεις ένα ωραίο χρωματιστό βραχιόλι. Τα πέταξες σ΄ εναν ατέλειωτο φωταγωγό ή σε μια αχανή λεωφόρο απ’ την ταράτσα του ουρανοξύστη, δε θυμάμαι καλά, κι εξάλλου εσύ πάντα ξέρεις καλύτερα.

Σήμερα αγόρασα ένα αεροπορικό εισιτήριο, θέλω να φύγω για μια άλλη χώρα, δεν ξέρω αν θέλω να σε ξαναδώ. Θέλω δηλαδή αλλά εσύ μου λες πως δεν περιμένεις τίποτα και μετά όλο κάτι περιμένεις. Γι΄ αυτό θα φύγω. Θα πάρω ένα όπλο μαζί μου και θα σκοτώσω όλες τις αναμονές. Θα με συλλάβουν σε κάποιο αεροδρόμιο. Θα δραπετεύσω ξανά. Ξέχασες το βραχιόλι. Θα ξεκινήσω ένα ταξίδι αναζητώντας ξεφτισμένα κομμάτια σπάγκου, γιατί δε με ρώτησες; Δεν ξέρεις ποιά είμαι; Είναι λογικό γιατί δεν είμαι καμία, ίσως ένα μικρό κόκκινο αποτύπωμα ή λίγο αίμα πεταμένο στον καθρέφτη του μπάνιου –πώς βρέθηκα εκεί;- ή ένα περίγραμμα με κιμωλία στην άσφαλτο, ναι ναι αυτό είμαι και έχω μια κίτρινη κορδέλα να με προστατεύει που πάνω της γράφει τη βιογραφία μου – σίγουρα από κάποιον που είναι πολύ φίλος μου και ξέρει καλά γράμματα.

Μια άλλη φορά ονειρεύτηκα πως ήμουν κάτω από τη γη και σε ακολουθούσα. Όχι σκόπιμα, απλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Στεκόμουν ανάποδα και τα πέλματά μας θεωρητικά θα εφάπτονταν αν δεν μας χώριζε αυτό το χώμα και οι χίλιάδες νεκροί που βαριανασαίνουν μέσα του. Και τότε μου ήρθε μια ιδέα. Παρακαλούσα να πεθάνεις, γιατί μόνο έτσι θα είχα πιθανότητες να σε συναντήσω.

Όταν τελικά πέθανες μετά από χρόνια το όνειρο είχε τελειώσει. Δεν στο 'χω πει ποτέ, αλλά πέθανα κι εγώ μετά από μία στιγμή. Δεν το μετανιώνω. Νομίζω πως πριν γεννηθώ ακόμα είχα ονειρευτεί να σε συναντήσω. Αλλά ξύπνησα τόσο τρομαγμένη εκείνη τη νύχτα, που έβαλα το όνειρο σ΄ ένα μικρό κουτί και το άφησα σε μια θυρίδα στην τράπεζα.

Έτσι καταφέρνουμε να ζούμε για πάντα εμείς οι δύο, τόσο ευτυχισμένοι που δεν ανοίξαμε ποτέ τα μάτια μας να κοιταχτούμε. Τόσο ασφαλείς.

ε.σ.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

ισημερινή δολοφονία


artwork by Giorgos Tsopanos

Περιμέναμε για χρόνια να πέσει η νύχτα

Πείστηκα λοιπόν πως δεν υπάρχει σήμερα
ούτε κάποιος
κανείς
που να ξέρει γιατί συμβαίνουν όλα αυτά

Άνθρωποι βρίσκονται νεκροί στους δρόμους από μια μυστηριώδη βουβή αιτία

Ήμουν αυτή που κοιμόταν δίπλα σου τις μέρες
αλλά το ρολόι σταματούσε πάντα λίγο πριν φτάσει η ώρα

Τώρα που πέφτει επιτέλους το σκοτάδι που περιμέναμε

στηρίξου πάνω μου όταν πέφτω,
δε θα σ' αφήσω ποτέ.

ε.σ.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Απόσπασμα από τις «Όψεις προσωπικής αντωνυμίας»


artwork by Giorgos Tsopanos


(…)

Εγώ Έφυγες πήρες όλα τα φιλιά μαζί σου και μου άφησες μόνο λέξεις.

Εγώ Ένα χρωματολόγιο να ζωγραφίζει το πρόσωπο μου με εκλεπτυσμένη μπογιά. Να μακιγιάρομαι μέσα στις εποχές και να βγαίνω στον κόσμο.

Εγώ
Το μυαλό βουλιάζει στη μαύρη ήπειρο της απελπισίας.

Εγώ Ένα γέλιο αντανακλά τον αγώνα δρόμου προς το φως.

Εγώ Το σώμα έχει βρει μια βολική θέση να μουδιάζουν τα μέλη του. Αναμονή του τέλους. Κάπως πρέπει να τελειώνει αυτή η σκηνή της ακινησίας.

Εγώ Ακατάσχετη κινητικότητα πέρα απ΄τα όρια της κίνησης. Μέχρι να καταρρεύσω ξημερώματα, ενώ η μουσική έχει κλείσει εδώ και χρόνια.

Εγώ Κάποτε όλες οι λέξεις θα μιλήσουν τις σιωπές. Τότε να μην τρομάξεις. Μου το υπόσχεσαι;

Εγώ Ίσως θα έχω βρει έναν τρόπο να μοιραστώ τον πόνο. Και να είναι πιο εύκολο.

Εγώ Έχω μια εμμονή κρυμμένη κάτω από το μαξιλάρι. Το βράδυ χορεύει στα όνειρα μου και στο τέλος πέφτει πάντα από την ταράτσα τρεκλίζοντας…Ποτέ δεν ξέρω αν το εννοεί…

Εγώ Ένα εκτυφλωτικό φλάς να καίει τις πιο δικές μου στιγμές. Και να χάνονται…Το πιο άσπρο…Ή η απόλυτη επιθυμία του άσπρου…

Εγώ
Μια πόρτα που ανοίγει σ΄έναν κόσμο-λαβύρινθο που χτίζω με τα ίδια μου τα χέρια, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η θύρα κλείνει. Κι όλα πίσω της εξαφανίζονται. Μόνο λαβύρινθος τώρα. Μαγικές διαδρομές σ΄έναν αγωνιώδη αγώνα προς την έξοδο. Πέφτω πάλι σε τοίχο.

Εγώ
Γεμάτες οι λέξεις όνειρα…Γεμάτα τα όνειρα λέξεις…

Εγώ Μικρές ενδοφλέβιες φόβου στη χημεία των σωματικών εκκρίσεων.

Εγώ
Και έπειτα σπασμένα μέλη να χορεύουν αποσυντονισμένα στη μουσική υπόκρουση του δέους.

Εγώ Απονοηματοδότηση ή αλλιώς να χάνουν τη γεύση τους τα πράγματα. Αλλά ούτως η άλλως έχεις πάψει να πεινάς…

Εγώ
Σε δυο πόδια που τρέχουν να ορίζω τη φυγή.

Εγώ Να εκκρίνω θειάφι και χρώμιο στα πρωινά ξυπνήματα.

Εγώ Να εκκρίνω ντοπαμίνη και ανδρεναλίνη τα χαράματα.

Εγώ Να φυσάει παγωμένος αέρας μέσα μου και να έχω ξεμείνει με καλοκαιρινή αμφίεση.

Εγώ Να καίει ένα καυτός ήλιος μέσα μου και να είμαι στοιβαγμένη με τόνους μάλλινα.

Εγώ Σε παράλυτες αγκαλιές να κρύβομαι από τον κόσμο.

Εγώ Θέλω ν΄αδειάσει το μυαλό μου από το παρελθόν.

Εγώ Η στιγμή δε με χωράει.

Εγώ Επιθυμώ ν΄αδειάσει το μυαλό μου από το μέλλον.

Εγώ Να κοιτάζω ένα λουλούδι μέχρι να βραδιάσει, ώσπου εκείνο να μαραίνεται και να φυλλοβολεί.

(…)

α.κ

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Έσχατο ποίημα


artwork by Giorgos Tsopanos

Και να κάθομαι αμέριμνη στο γραφείο
στο τραπέζι
στο κρεβάτι
και να γυρνάω απότομα το κεφάλι
και να με κοιτάτε όλοι με μια τεράστια απορία

όχι δε με φώναξε κανείς

Θα έρθει μια μέρα
που όλοι όσοι φώναξαν το όνομα μου
θα σταθούν μπροστά μου
μπροστά σας
και θα ομολογήσουν μια αλήθεια
που εγώ δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να αποδείξω
κι εσείς εξάλλου
ποτέ δεν πιστέψατε

και θα επιστρέψουν εκείνες οι μέρες που μπαίνατε στο δωμάτιο
χωρίς να χτυπήσετε την πόρτα
και οι φωνές κρυβόντουσαν στο στομάχι μου
-είχε πάντα ζέστη και κάτι να τσιμπήσουν-
ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ
οι πνιγμένοι από ένα δουλεμπορικό που ναυάγησε
κρεμασμένο σε μουσείο περιωπής
μανάδες που πέθαναν στη γέννα
αυτόχειρες που το μετάνιωσαν αφότου είχε γίνει το κακό

να μου ζητούν να τους αναστήσω

και έτσι

να φτάσουν
να θηλάσουν
να ξεσπάσουν αλλού αυτόν τον άγριο θυμό.

α.κ.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Εκτός σεζόν


sketch by Giorgos Tsopanos


Το χτες αμέτρητο

Αμετακίνητο

Η αγωνία προσγειώνεται

με θόρυβο

δίπλα στο κρεβάτι

Πετάω το κλειδί απ’ το παράθυρο

Κανείς δεν είναι τόσο μόνος

όσο εκείνος που περιμένει.


ε.σ.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Σε μισώ



Ω, μνήμη που θανατηφόρα ασθενείς πάνω στο χιόνι σε μισώ, επιστροφές χημείας, πράσινο, πορτοκαλί, κίτρινό, λευκό κατάλευκο χρώμα της ακροβασίας σε μισώ, νύχτα που ξυπνάς τον ύπνο μου σε μισώ, βλέμμα που δεν χαϊδεύεις μόνο καρφώνεις το χρόνο στους τοίχους μου σε μισώ, μουδιασμένο σώμα που τρέμεις στον ουρανό σε μισώ, χάδι μητρικό σε άνυδρο μάγουλο σε μισώ, χρόνε που κυλάς δρεπανηφόρος στις φλέβες μου σε μισώ, καπνέ που θολώνεις τα σπλάχνα μου σε μισώ, διαδρομή παράφορη πάνω στο μαύρο σε μισώ, σώμα ακρωτηριασμένο από τις απουσίες σε μισώ, καρδιά τσακισμένη από τις επιταχύνσεις σε μισώ, σώμα σκασμένο από τις πυρηνικές εκρήξεις των ονειρώξεων σε μισώ, πληγή πυώδης που τρέχει στην κατηφόρα των πένθιμων εποχών σε μισώ, λέξη αραχνιασμένη στο στόμα των αντεστραμμένων φλυαριών σε μισώ, ήττα που σπέρνεις μουχλιασμένη σοδειά σε μισώ, αποδεκατισμένο τοπίο του ανόσιου μυαλού σε μισώ, σε μισώ πέρα από τα έσχατα σύνορα του μίσους με την αιχμηρότητα των τελεσίδικων αποφάνσεων της λήξης. Να ξέρεις όμως. Το μίσος μου το λατρεύω με ολόκληρη τη λατρεία της αναίσχυντης πίστης των απελπισμένων.

α.κ.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Αύριο


artwork by Giorgos Tsopanos

Η επόμενη μέρα είναι μια σβούρα, κλείνει την πόρτα πίσω της, γυρίζει και μου λέει για κάποιον που πέθανε χωρίς να είναι εκεί. Αλήθεια δεν ήξερα. Δεν άνθισε τίποτα μετά από κείνες τις λέξεις του χειμώνα που έπεφταν σαν μικρά παιδιά απ' τα παράθυρα και γίνονταν πυροτεχνήμτα. Στον καθρέφτη δεν είναι πια κανείς, αναγκάζομαι να τρυπήσω τον τοίχο για να δω κάποιον. Ύστερα του λέω κάπως να συμμαζέψει όλο αυτό το χάλι, χάρηκα που σε είδα. Κι εγώ, μου απαντάει, και το ψέμα του ξαναχτίζει όλους τους τοίχους. Θα επιστρέψω στη γη, θα μπω για πάντα μέσα σ' εκείνη την επόμενη μέρα που στροβιλίζεται μανιωδώς κάτω από τα πόδια μου.
Το χτες μας τελείωσε ταπεινωμένο.

ε.σ.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Μισοί άνθρωποι


artwork by Giorgos Tsopanos

Είδα ότι περπατούσα για μέρες νηστική και γεμάτη βρωμιά με άλλα ανήσυχα πόδια. Έφτασα στην απέραντη μητρόπολη εξουθενωμένη, έτοιμη να καταρρεύσω. Στοιβάχτηκα νύχτα, κάτω από μια γέφυρα, μέσα σε κουβέρτες να κοιμηθώ. Κρύωνα. Τα περισσότερα σώματα δίπλα μου ήταν ακρωτηριασμένα. Να μείνουν, να δουν όλο το κακό. Μισοί άνθρωποι με ολόκληρα όνειρα, γίνεται; Δε γίνεται. Γι ΄ αυτό κοιμόμασταν με το ένα μάτι ορθάνοιχτο. Να ονειρεύεται το ένα μάτι και το άλλο μάτι να σκάβει το λάκκο, για να θάψει μόλις ξημερώσει, το όνειρο εκείνων που τις νύχτες ζούσαν κάπου αλλού.
α.κ.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Απόψε


artwork by Giorgos Tsopanos


Και πες μου τώρα
γιατί ντύθηκες αυτός
και
ποιός αγαπάει ποιόν σ' αυτό το παιχνίδι;
ποιός νίκησε όταν με πήρε ο ύπνος;

και κάτι ακόμα

θύμισέ μου τι ακριβώς παίζουμε
η μοναξιά είναι σαν ρολόι
στις μεγάλες ταχύτητες λείπει, δεν είναι εκεί

το ταξί

η μοναξιά είναι κάπως σαν κι εσένα
πολύ διάφανη, ευγενική και
πολύ χαμογελαστή
στο τέλος
πάντα
την πληρώνεις.

ε.σ.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Κανείς


artwork by Giorgos Tsopanos


Πέθανα αναρίθμητες φορές. Και μετά από κάθε θάνατο, γινόμουν ένας άλλος. Για την ακρίβεια γινόμουν ένας ΚΑΝΕΙΣ. Άλλος. Αυτό που τώρα συμβαίνει υποθέτω ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά το όνειρο ενός νεκρού. Πίσω απ΄ τα καθημερινά πράγματα που κάνω, σ΄ αυτήν την κατάσταση μετά το σύνορο της θνητότητας,- να φτιάχνω καφέ, να καπνίζω, να τρώω, να απελπίζομαι- τρέχω μια προσευχή που ζητάει ν΄ αναστηθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κανένα παράδειγμα γύρω μου ή έστω κάπου να άκουσα ή να διάβασα για κάποιον νεκρό που αναστήθηκε. Εκτός απ΄ τον Χριστό. Αλλά αν γίνω Χριστός για να αναστηθώ, θα πρέπει πρώτα να σταυρωθώ, δηλαδή να πεθάνω για μια φορά ακόμα, και αυτό ακριβώς είναι που θα ήθελα να αποφύγω.
Οι άνθρωποι γύρω μου αγνοούν αυτούς τους πολλαπλούς θανάτους. Έτσι συνεχίζουν να μου εύχονται χρόνια πολλά στα γενέθλια μου και σε άλλες γιορτές του χρόνου. Εγώ χαμογελάω συγκαταβατικά και λέω ευχαριστώ. Ένα σχολαστικό μάτι θα είχε ίσως προσέξει μια φυσαλίδα πανικού σ΄ αυτό το χαμόγελο, που πάντα με τραβάει μακριά, αλλά οι άνθρωποι συνήθως δεν είναι παρατηρητικοί παρά μόνο μπροστά στον καθρέφτη, κι έτσι κανείς ποτέ δεν πρόσεξε τίποτα. Γιατί, μπλέκονται περίεργα κάτι ξέμπαρκες λέξεις, κάτι ακατάστατες μνήμες και εκείνο το όνειρο στο φωταγωγό που κάποια μαυροφορεμένη γυναίκα -χήρα από νωρίς- με αποχαιρέτισε με ένα χάδι στο μουλιασμένο μου μάγουλο. Νομίζω ότι μου είπε να μη φοβάμαι το θάνατο. Τότε το κομμάτι ουρανού που σημάδευε ο φωταγωγός ήρθε και κρύφτηκε στο μυαλό μου. Έτσι, από τότε, άρχισαν να συμβαίνουν διάφορες απ΄ ευθείας συνάψεις με όλο το μπλε. Από την επόμενη μέρα, που η νεκροφόρα και οι θρήνοι διέσχισαν το διάδρομο που παίζαμε κουκλοθέατρο, ο θάνατος έγινε η άλλη όψη του παιχνιδιού ή το παιχνίδι η άλλη όψη του θανάτου. Στην ετυμολογία τους.


Εκτελέστηκα ξημερώματα, ενώ κάποιος μου έκλεισε το μάτι. Είχα ξεχαστεί. Μου υπενθύμισε ένα παλιό χρέος που βάραινε το μυαλό μου τα βράδια, αλλά δεν θυμόμουν πια γιατί. Το μπλε έβαφε όλο το βλέμμα μου.

Έσβησα στην ερημιά μιας εθελούσιας εξορίας κυνηγημένη από ένα δάκτυλο που με σημάδευε στο μέτωπο ιχνηλατώντας στη λάσπη τα βήματα μιας εποχής κεριών που τρεμοσβήνουν στο ψύχος μιας καινούργιας αρχέγονης αγκαλιάς.

Ξεψύχησα στη γέννα απ΄τις μελλοντικές χειρονομίες ενός αρσενικού μωρού που έμελλε να δέσει τη θηλιά στο ταβάνι στης έσχατης πράξης μου.

Αιμορράγησα μέχρι θανάτου απ΄ την λεπίδα μιας αλήθειας που σημάδεψε το μελάνι που κυλάει στις φλέβες μου να το ξοδέψει σε ακατάληπτες φλυαρίες ασυνάρτητων διασυνδέσεων όχι πια στο μυαλό μου, μα έξω στον κόσμο.

Νεκρώθηκα στην αγωνία ενός βλέμματος που σημάδευε το άλλο βλέμμα, την έξοδο, το χρόνο, την τομή στη γλώσσα και την κόψη ενός ολοκαίνουργιου φιλιού που σε καληνύχτισε κλείνοντας πένθιμα τη βραδιά στη φυγή των κεραυνοβολημένων.

Πέθανα στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένας πόλεμος ανάμεσα στους προαιώνιους εχθρούς για μια κηλίδα πάνω στο μπλε που λέρωνε το μέλλον. Γενικεύτηκε έπιασε όλη τη γη, κουτρουβάλησε από τον ουρανό φωτιά και αέρας και έκαψε τα πάντα. Σώθηκαν μόνο οκτώ δεκάδες πανταχόθεν.

α.κ.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Εύφλεκτον


artwork by Giorgos Tsopanos


Άν κάναμε ένα βήμα ακόμα, θα ήταν πιο σίγουρος ο κόσμος. Πιο μαύρος. Ξεπάγιασα να σε περιμένω μέσα σ' αυτό τον ουρανό. Ένας άγνωστος μου δίνει το παλτό του κι ένα σπίρτο. Μου λέει να διαλέξω, ξέρει το όνομά μου. Διαλέγω το σπίρτο.
-Πρέπει να ζεσταθείς, μου λέει.
Κι εγώ κάνω ένα βήμα μακριά του για σιγουριά.

Κάθε μέρα προσπαθώ να ανάψω το σπίρτο, περνάνε χρόνια.
Στο τέλος ανοίγω μια τρύπα στο χώμα, το θάβω με όλες τις τιμές που του αρμόζουν
κάνω ένα ακόμα βήμα
και γίνομαι στάχτη.

ε.σ.

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Φιλοξενούμενος: Δημήτρης Νταλάκας


Χωρίς τίτλους

(Ι)
Κι ηρθε η μερα
κι εφυγε
κι ηρθε μια αλλη σαν κι αυτη

Κι εγω εδω
πιο μονος πια απο χτες
περπατω ψηλαφωντας τον ισκιο μου
στους τοιχους
στα πεζοδρομια
στις αυλες

Κι ο δρομος
που μοιαζει πια ξενος
ειν'αυτος που μενει
πιο ιδιος
κι απ'το ιδιο το χτες



(ΙΙ)
Εγινα αντρας
κι η πολη πια μικρυνε
οι ηρωες δειλιασαν
κι οι αθανατοι πεσαν στο τελος νεκροι

Μα φοβαμαι πως
ο,τι ηταν να ρθει
με προφτασε..
και με προσπερασε
χωρις καν να μου πει ενα γεια

Εγινα αντρας
και σοφοτερος πια
λεω πως ο κοσμος
ειναι πλεον μικρος
για να χωρεσει τη γνωση μου

Μεχρι τη μερα
που θα στερεψει ολοκληρη

Μα μεχρι τοτε
μπορω να καυχιεμαι
πως ολα τα ξερω
κι εχω για ολα
μια ιστορια να πω

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Υποθαλάσσια εφεύρεση


sketch by Giorgos Tsopanos

Τελικά δεν υπάρχει κάτι άλλο σ' αυτόν τον κόσμο. Μια γάτα σε σχήμα αβέβαιου γράμματος πηδάει απ' το μπαλκόνι και σκοτώνεται. Έξι ζωές δραπετεύουν χωρίς νόημα κανένα και τριγυρνούν μέσα στην πόλη. Δε θα σε βρει καμιά τους. Είμαι εκεί που δεν θα ψάξεις. Ίσως γυρίσω μια μέρα, αλλά θα 'χω αλλάξει κούρεμα, μακιγιάζ, και η βαλίτσα μου θα έχει πια μεγαλώσει και θα 'ναι εντελώς άδεια. Να μου ανοίξεις την πόρτα. Δε θα μείνω πολύ. Θα βγω στο μπαλκόνι και θα πηδήξω χωρίς να πω ούτε μια λέξη. Θα φοράω το φουστάνι που δε μου αγόρασες. Χωρίς άλλες κραυγές, έτσι πρέπει να συνεχιστεί μια ιστορία που οι γείτονες την άκουσαν κάποτε να κλαίει με εκκωφαντικούς λυγμούς. Τότε ήταν βρέφος. Και τώρα είναι. Έτσι, δεν τελειώνει τίποτα. Μόνο αρχή υπάρχει σ΄αυτόν τον κόσμο, σου λέω, τίποτα άλλο. Όλα ξεκινούν τώρα και ξανά.
Καλωσήρθες, μου έλειψες.

ε.σ.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Επικήδειος*


artwork by Giorgos Tsopanos

Ξόδεψα όλη την ημέρα μου κάνοντάς την κομματάκια. Μια λέξη που συνήθιζε να επαναλαμβάνεται εκνευριστικά συχνά, δεν ήρθε να μου χτυπήσει την πόρτα. Νευρίασα πολύ, πέταξα όλα μου τα ρούχα στον κάδο ανακύκλωσης και φόρεσα χιλιάδες ξεθωριασμένες σερπαντίνες, είμαι έτοιμη για κατανάλωση. Η πόλη πάγωσε ολόκληρη και γυαλίζει προκλητικά. Τα αστέρια σβήνουν ταπεινωμένα. Κυνηγάω μανιωδώς κάτι ιριδίζοντα χρώματα πετρελαίου που μου διαφεύγουν, αυτή είναι η αποστολή μου, ωστόσο είναι πολύ περίεργο που κανένας άνθρωπος πάνω στη γη δεν σκέφτηκε ν' ανάψει ένα φως μια τέτοια νύχτα. Κάνει κρύο.
Μπορεί να ζήσουμε και το αύριο, αυτό δεν το ξέρει κανείς· προς το παρόν ξεχνιέμαι παρακολουθώντας το τώρα να βάζει το χτες στο πλυντήριο και να ξεκουφαίνεται απ' το θόρυβο.

ε.σ.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

(προσωρινός) αποχαιρετισμός

Αντί επιλόγου

comic strip by Giorgos Tsopanos


Στους υγρούς μονόδρομους από ήττες, βαμμένες στους τοίχους μιας απώλειας χωρίς επιστροφές, κρατάω γερά το στομάχι, να μην ξεράσω άλλες λέξεις, να δώσω τέλος στις αφηγήσεις της απελπισίας. Ανοίγουν το στόμα μου, τα χείλη μου να σκιστούν, και σκουπιδότοπος ένα σώμα για έρωτες. Εδώ, που γίνανε όλα πρόστυχα, εδώ, που άδειασαν όλα μας τα όνειρα, μας πετάνε στα μούτρα όλες μας τις υποχωρήσεις, τέρατα να μας φάνε, να μας αφήσουν χωρίς...Δεν έχουμε άλλο τρόπο, παρά χέρια σφιχτά και δεμένα. Ακρωτηριασμένα σκιάχτρα ταράζουν τους αδιάφορους περαστικούς, κλείνουν τα μάτια, υπάρχουμε όμως, να διακόπτουμε την κίνηση βλεμμάτων άδειων και εχθρικών. Και τι να δεις; Να ακρωτηριαστείς λοιπόν. Να κουφαθείς. Χωρίς αισθητηριακούς υποδοχείς. ΑΚΥΡΟ. Που είσαι πάλι; Έχω κρυμμένα τα μάτια στις τσέπες και πως να δω; Τριμμένο στο μπλέντερ μυαλό για την πίτα της πρωτοχρονιάς. Φλουρί δεν έχει. Τέρμα τα ψιλά. Δε θέλω όνειρα. Κι όχι λυγμούς. Τέρμα σου λέω. Σταμάτα να κατέβω. Σταμάτα στο φανάρι. Δεν έχει δρόμο να περπατήσω. Άδεια η πόλη από μένα και πού να κρυφτώ; Σφυροκοπάει το όνειρο. Σφυροκοπάει στα κλειστά μας πατζούρια. Δεν έχει φως, ούτε νερό. Πώς να ξεπλύνω την ήττα; Δεμένη η ανάσα μας με ουρλιαχτά. Σε έναν τόπο χωρίς αέρα πώς να ακουστούμε; Σε ένα πλήθος βουβό πώς να χωθώ μέσα σου χωρίς να ματώσω; Καρφωμένο το μυαλό. Δε θέλω να θυμηθώ. Να μην ξεχάσω… Να μην ξεχαστώ. Θέλω ένα τώρα δικό μας. Τα χέρια μας, τα πόδια μας και το μυαλό μας πίσω. Κουφάλες που στοιβάξατε τα σώματα μας; Στρατόπεδα συγκέντρωσης οι δυτικές μητροπόλεις. Δεν έχει αέρια. Υπάρχουν πολλοί ανώδυνοι τρόποι να ακυρώσεις το μυαλό χωρίς να ματώσει. Τι με κοιτάς παράξενα; Προσπαθώ να σε δω. Χωρίς μάτια, πώς; Γιατί νομίζεις πως τρέμω; Θέλω να σε αγγίξω, χωρίς χέρια, πώς; Σε αυτό το καρναβάλι ανάπηρων, μια κόκκινη γιρλάντα εφευρίσκει το δρόμο…

Αθανασία Κρατημένου

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Πάνω


artwork by Giorgos Tsopanos


Ένας άνθρωπος με μικρά όνειρα ψαρεύει χρωματιστές ελπίδες στον υπόνομο το ξημέρωμα.
Μια από αυτές χώνεται σ’ έναν φάκελο κι έρχεται στο σπίτι του με το ταχυδρομείο.
Το μεσημέρι αυτός επιστρέφει, ανοίγει το φάκελο κι από μέσα χύνονται χιλιάδες λίτρα ζεστό αίμα.

Αυτός ο άνθρωπος με τα μικρά όνειρα, πνίγεται τελικά τη νύχτα μέσα σε μια μεγάλη κόκκινη, πονηρή ελπίδα.

ε.σ.