Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009




«Φοβάμαι ότι μια μέρα θα βγω έξω και καθώς θα περπατάω θα ξεχάσω το μυαλό μου στη μέση του δρόμου και θα φύγω. Θα περπατήσω πολύ και μετά θα αρχίσει να βρέχει όξινη βροχή και δε θα θυμηθώ ότι ξέχασα και μετά θα ορμήσουν κατά πάνω μου όλοι μου οι φόβοι, ο δρόμος, οι άγνωστοι άνθρωποι γύρω μου, τα αυτοκίνητα, κόρνες. Όλα. Φόβος. Και δε θα μπορώ να θυμηθώ το όνομα μου και που είναι το σπίτι μου. Όλα θα είναι οικεία και ξένα ταυτόχρονα. Και θα θέλω να γελάσω και να κλάψω με λυγμούς. Θα θέλω να τρέξω και να ακινητοποιηθώ. Και θα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια, όλοι καθρέφτες, και θα τρομάζω. Και θα ζεσταίνομαι αφόρητα, αλλά θα αγοράζω κασκόλ από πλανόδιους. Και σε ένα γερασμένο πρόσωπο θα αναγνωρίζω το πρόσωπο του παππού μου και θα θέλω να το φιλήσω, γιατί ο παππούς μου πέθανε ξαφνικά και δεν πρόλαβα να τον φιλήσω για τελευταία φορά.
Και θα είμαι σε ένα σταυροδρόμι και θα νιώθω ότι ο προορισμός μου είναι προς όλες τις κατευθύνσεις και θα ακολουθώ όλους τους δρόμους και θα ζητάω τσιγάρο από τους περαστικούς και εκείνοι θα με κερνάνε την πρώτη μου μάρκα τσιγάρα και θα ακολουθώ πάλι τους βρεγμένους δρόμους να καταλήγουν στο σημείο της αφετηρίας μου-ή μήπως είναι το τέρμα; Και θα βάζω τα χέρια μου στις τσέπες και θα βρίσκω τα εισιτήρια από την πρώτη ταινία που είδαμε μαζί στο σινεμά. Πάνε δέκα χρόνια τώρα. Πώς στο διάολο βρέθηκαν στην τσέπη μου; Και θα γίνομαι όλοι οι φόβοι μου...Και μ΄ένα περίεργο τρόπο θα επιστρέφει μέσα μου η αίσθηση ότι κάπου στη μέση του δρόμου άφησα το μυαλό μου. Εσύ τι θα έκανες αν έβρισκες στη μέση του δρόμου ένα παρατημένο, σχεδόν χαλασμένο μυαλό; Θα το επέστρεφες ή θα το έστελνες για επισκευή;»
(α.κ.)

φωτο:Ειρήνη Σουργιαδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου