Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

επετειακό λαβ στόρι


Θυμάμαι πως κάποτε, σε μια εποχή απροσδιόριστη μέσα στο χρόνο, κάθε πρωί που άνοιγα το παράθυρο, από κάτω στο μεγάλο δρόμο γινόταν παρέλαση. Κάθε μέρα. Για μήνες. Μπορεί για χρόνια. Κάθε μέρα βηματισμοί, κάθε μέρα βολές, χειροκροτήματα, εμβατήρια, ομιλίες, χαιρετισμοί, ήταν παράξενη εποχή κι όπως φαίνεται ξεχασμένη. Μόνο κάποιοι τύποι πολύ ηλικιωμένοι πια, σαν κι εμένα, ίσως κάτι να μπορούν να θυμηθούν και να σας εξηγήσουν... Δεν μπορώ να σας πω που θα τους βρείτε. Είναι διασκορπισμένοι σ' όλο τον κόσμο κρυμμένοι μέσα σε μνήματα επαρχιακών νεκροταφείων, παριστάνοντας τους πεθαμένους γιατί φοβούνται. Εγώ δεν κατάλαβα ποτέ. Γι' αυτό είμαι ακόμα εδώ. Κάποια στιγμή πάντως εγκατέλειψαν τον κόσμο όλοι αυτοί οι θορυβώδεις άνθρωποι των παρελάσεων και η πόλη γέμισε ησυχία. Σταμάτησαν οι βηματισμοί κι οι εορτασμοί. Παντού ησυχία. Μέσα στα σπίτια, πίσω απ' τις πόρτες, μες στα ντουλάπια, στα συρτάρια, στα ηχεία, στα σχολεία. Μέσα στα πακέτα των τσιγάρων, στις οθόνες των τηλεοράσεων, στο μπουκάλι του κρασιού, στους σωλήνες του νερού, στους αρμούς, κάτω απ' το χαλί, στις εγκοπές του κλειδιού. Πηχτή ησυχία ήρθε και γέμισε όλα τα κενά. Ήρθε απρόσκλητη, έκατσε πάνω τους και τα γέμισε. Έκλεισε όλες τις τρύπες. Τα νερά της βροχής δεν έβρισκαν διέξοδο πουθενά και λίμνασαν, τα ποντίκια πέθαναν μες στις φωλιές τους νηστικά, τα κουμπιά δεν μπορούσαν να κουμπώσουν, τα στόματα να κλείσουν, όλα ήταν μπουκωμένα με ησυχία. Τρύπωνε στις πρίζες, στα σιφόνια, έμπαινε παντού και δεν έβγαινε από πουθενά. Χωρούσε και στο πιο μικρό κενό, σε έναν πόρο του δέρματος, στη διάτρηση ενός εισιτηρίου, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που ανάσαιναν κουλουριασμένοι, που υπόσχονταν τα σώματά τους ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ χωμένοι ο ένας στον άλλον, μέσα σ' ένα τρεμοπαίξιμο του ματιού. Παντού.

Θα αγκαλιάσω στοργικά την παραδοξότητα. Η ελευθερία αυτή δικαιωματικά της ανήκει.

ε.σ.

1 σχόλιο: