Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

the end of laughter


‘Φύγε’, της είπε. ‘Φύγε από δίπλα μου, γιατί εγώ θέλω το φως αναμμένο. Κι εσύ, είσαι πολύ κουρασμένη, φύγε.’ Αυτά της είπε και την έδιωξε. Το ίδιο βράδυ πέθανε ολομόναχη, με το φως αναμμένο.


Δεν ήμουν μπροστά, το ξέρω όμως, το άκουσα. Το ‘λεγαν κάτι κορίτσια που κάθονταν μπροστά στην εκκλησία κι έκοβαν τα δάχτυλα των χεριών τους για να βγουν καινούργια, καλύτερα. Ομορφότερα και πιο μακριά. Τους το ‘χε πει, λέει, ένας άγγελος, πως αυτό γίνεται δηλαδή, και πως αν θέλουν, μπορούν να το κάνουν. Μετά εκείνος έφυγε περπατώντας.
Τα κορίτσια περίμεναν, το καλοκαίρι κάτω από τον ήλιο, το χειμώνα μες στον αέρα και το χιονόνερο.
Καμιά φορά έβγαιναν τα καινούργια δάχτυλα κι η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.
Καμιά φορά όμως, η αναμονή σκοτώνει.
Κι οι άγγελοι πουθενά, να τους ζητήσεις το λόγο.

ε.σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου