Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Πρόσκληση.

artwork by Giorgos Tsopanos 


Μετακόμισα σε μία πόλη που δεν μπορεί να την επισκεφθεί κανείς. Κάθε πρωί πηγαίνω στο σταθμό των τραίνων και αγοράζω όλα τα εισιτήρια πριν με προλάβει κανένας άλλος. Τα φυλάω σ' ένα μέρος μυστικό. Μη ρωτήσετε τίποτα άλλο. Όλος ο αφρός έγινε βία και έφτασε στα πιο απίθανα μέρη. Στις γωνίες ένας ήλιος που φοβάται να φανερωθεί, εσύ ακόμα τίποτα · ούτε να μιλήσεις ούτε να φωνάξεις ούτε να κάνεις πως γελάς. Ουτε στα ψέματα. Κάποιος τριγυρνάει με ένα πηρούνι στην τσέπη, ενθύμιο είπε απ' τον πόλεμο. Κι όλα γυρίζουν σαν ένα κουβάρι γύρω από στολισμένα παιδάκια ανύπαρκτα μέσα σε τρύπες στο χώμα. Τα θεμέλια τρίζουν, έλιωσαν, τα σκουλήκια πανηγυρίζουν, εσύ ακόμα τίποτα. Μια τεράστια ιδέα ήρθε και προσγειώθηκε στο κεφάλι μου, πεθαίνω απ' το βάρος της. Πεθαίνω από αδιαφορία, το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα, δεν απαντάω, δεν είσαι εσύ. Εσύ ακόμα τίποτα.

ε.σ.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

χωρίς κανένα άλλο χρώμα στην αρχή



Αν αφήσω τις εμμονές μου ελεύθερες θα με κατασπαράξουν. Μπορεί να το κάνω μια μέρα που θα θέλω να εξαφανιστώ χωρίς ν' αφήσω ίχνη. Προς το παρόν κυκλοφορώ μ' αυτό το άχρωμο ρούχο και δε φαίνομαι. Αυτές είναι κρυμμένες στη βαλίτσα, δεν τις αφήνω να βγουν ούτε για να ανεπνεύσουν. Φοβάμαι τον έλεγχο στο αεροδρόμιο, τον αέρα όταν φυσάει δυνατά και είμαι κρεμασμένη απ' το δέντρο, τη μοναξιά και πως δε θα ρθεις. Αυτά. Τέσσερα πράγματα φοβάμαι. Τα έχω σημειωμένα σ' ένα χαρτί στην τσέπη του ρούχου για να τα θυμάμαι. Αν κάποτε βρω κάτι χρωματιστό για να φοράω θα πάω εκεί που βγάζουν τα εισιτήρια και θα σε περιμένω μέχρι να 'ρθεις ή να περάσεις απ' έξω τυχαία. Το εισιτήριο μου θα το βάλω στην τσέπη του χρωματιστού ρούχου, ακόμα κι αν εσύ δεν έρθεις ποτέ. Θα γράψω πάνω του τέσσερα πράγματα που φοβάμαι πολύ κι έτσι θα 'ναι σα να μην έφυγα. Μπορεί κιόλας να σε αφήσω να με βοηθήσεις με τη βαλίτσα. Σ' ευχαριστώ.


ε.σ.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Κόκκοι Καφέ



 
Παραγγέλνεις τον καφέ σου και κοιτάς την ώρα
Τίποτα ως τώρα
Δεν σου έχω πει
Ο καφές σου έχει έρθει κι άναψες τσιγάρο
θέλω να σε πάρω
Να φύγουμε μαζί

Κόκκοι καφέ
πρωινό καβουρδισμένο
μεσημέρι μεθυσμένο
κόκκοι καφέ
πάντα θα σε περιμένω

Πίνεις μια γουλιά, κάθεσαι σταυροπόδι,
κουνάς το ένα πόδι
κάπως νευρικά
Κάποιον περιμένεις,
Για χάρη του ανασαίνεις
Ανοίγει η πόρτα, μένεις
Δεν είναι αυτός ξανά

Κόκκοι καφέ
πρωινό καβουρδισμένο
μεσημέρι μεθυσμένο
κόκκοι καφέ
πάντα θα σε περιμένω

Μα ακόμα κι αν δεν έρθει ποτέ ξανά εκείνος
Και πεις πως είναι κτήνος
Και δεν έχει καρδιά
Εγώ θα σε κοιτάω να πίνεις τον καφέ σου
Να γλείφεις τις πληγές σου
Εδώ, παντοτινά.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Τόσο δα.



Γέμισα το παρόν ανείπωτους μήνες πίσω απ΄ τη λέξη που δεν ειπώθηκε και εκείνη την αναμονή γεμάτη νευρικό γέλιο πρόστυχο πάνω στο τραπέζι να ξαποσταίνει ανεπίστρεπτα όνειρα και φιλιά και έπειτα έφυγα για πάντα και άφησα το σπίτι ακατάστατο και τους λογαριασμούς απλήρωτους και κάπως έτσι όλα έγιναν σκοτάδι και το ντουλάπι με τα φυλαχτά και το συρτάρι με το εισιτήριο για το αύριο και το τραπέζι με το ζεστό φαγητό για τη μεγάλη πείνα και τη μεγάλη δίψα που έπρεπε κάπως να δαμάσουμε και ο ταχυδρόμος συνέχισε να έρχεται να παραδίδει τα χρόνια και τη θλίψη και οι γείτονες πάντοτε με έβρισκαν ενώ άλλαζα συνεχώς σπίτια και διευθύνσεις και μεταμφιέσεις και κούρεμα και χρώμα στα μαλλιά δεν ξέρω πως γινόταν δεν έχω ιδέα πάντως αυτός ο μαύρος κύκλος γύρω απ΄τα μάτια μου που μου παρέδωσε η παλιά σπιτονοικοκυρά τον προηγούμενο μήνα με έχει περικυκλώσει κι όλο με σφίγγει με σφίγγει με σφίγγει κατεβαίνει στο λαιμό και με τυλίγει σα μια παλιά γραβάτα που μέσα στο μακελειό κάποιος την έκανε φονικό όπλο…ένα τόσο δα κομματάκι γυαλιστερό ύφασμα.

 α.κ.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Ιανουάριος

Σε μια άκρη των νεύρων κάθεται ένας μήνας ξιπόλυτος, ένας μήνας ξιπασμένος. Κάποτε θα τελειώσει το οξυγόνο, γελάει, ύστερα συντάσσει τη διαθήκη του και περιμένει να πεθάνει από ασφυξία. Κάποιος άλλος γράφει ένα γράμμα ερωτικό σαν θάλασσα και μες στον ύπνο το αλλάζει με τη διαθήκη. Τώρα οι αγκαλιές θα έρχονται σαν περιουσία παντοτινή, τώρα οι μέρες θα πεθαίνουν σε ανάσες που κόβονται κοντά στο αυτί σου. Κι αφού δεν ήξερα να γράψω στη γλώσσα σου ούτε μια λέξη, γέμισα με κιμωλία γραμμές τους τοίχους του σπιτιού μου. Πότε θα ξημερώσει αυτή η φυλακή; Να τις διαβάσεις. Πότε θα βρέξει λίγη ακόμα από κείνη τη ματιά σου; Να απαντήσεις. Να ετοιμάσω τις βαλίτσες μου για τα βαθύτερα σκοτάδια.

ε.σ.  

*artwork by Giorgos Tsopanos

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος ΙΙ: λίγες δικαιολογίες για το φόβο



Κανένας δεν έρχεται πια να χτυπήσει την πόρτα. Να δεις που φταίει η βροχή, η ασταμάτητη βροχή, και το κρύο. Μια μέρα μου κλείνεις ένα ραντεβού κι όταν έρχομαι δε με βλέπεις. Καθόμαστε ακίνητοι σ' αυτή τη γωνία, πλάτη με πλάτη και περιμένουμε να περάσει κάπως η ώρα, περιμένω μόνο να φύγω, δεν πατάω καθόλου στο τώρα, ακούω ήδη τα παπούτσια μου να βηματίζουν στο αύριο. Χαμένοι χρόνοι, ψυχοτρόποι τόποι, πολύχρωμα διαστημικά φαρμακεία. Αποκεφαλίζω μία μία τις μέρες και τις πετάω ξανά στη θάλασσα. Πού θα πάει, θα φυτρώσει μια νέα αγάπη, θα μπορώ να πω πως δεν πήγε χαμένο τόσο νερό απ' τα σύννεφα απ' τα μάτια τόσα αστέρια.

ε.σ.

*sketch: Giorgos Tsopanos

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος Ι



Έφαγα όλες μου τις τύψεις και έμεινα μισή. Έξω απ' το πρωί βρέχει αίμα. Αστράφτουν οι ιδέες και χάνονται, πότε θα έρθεις; Στερεύει ο κόσμος.

ε.σ.