Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

τοκ τοκ


Ας υποθέσουμε πως ζω μέσα σε μια βαλίτσα. Η βαλίτσα είναι το σπίτι μου. Οι φίλοι μου όταν θέλουν να μ' επισκεφθούν βγαίνουν απ' τα διαμερίσματά τους και χτυπούν ευγενικά τη βαλίτσα μου με τους δεύτερους συνδέσμους των δαχτύλων τους. Κοιτάζω από μια μικρή τρύπα του λουκέτου, αλλά δε βλέπω ποτέ κανέναν. Έτσι δεν τους ανοίγω. Μια νύχτα, ενώ κοιμόμουν, νόμιζα πως είδα ένα όνειρο. Ήρθαν, λέει, να μ' επισκεφθούν τέσσερις εντελώς ξένοι άνθρωποι, οι γείτονες αργότερα είπαν πως τους έβλεπαν για πρώτη φορά, στην πραγματικότητα κανείς δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ. Φορούσαν γκρίζα κοστούμια και ασπρόμαυρα λουστρίνια, φαίνονταν πολύ καθωσπρέπει. Χτύπησαν αρκετές φορές. Δεν άνοιξα, αφού από την τρύπα της κλειδαριάς δε φαινόταν κανείς. Το επόμενο πρωί, σήκωσαν τη βαλίτσα, ο καθένας από μια γωνία και τη μετέφεραν για ώρες, ψάλλοντας. Ήμουν σίγουρη πως ήταν όνειρο απ' το οποίο δεν μπορούσα να ξυπνήσω, όμως ήταν αλήθεια, ένα σπίτι- βαλίτσα απ' το οποίο δεν μπορούσα να βγω. Ύστερα τα φτυάρια χωρίς κλάματα.
Ευτυχώς, είναι κατ' ευχήν ελαφρύ το χώμα που με σκεπάζει, κι έτσι μπορώ και σας μιλάω. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως ζω μέσα σε μια βαλίτσα κάτω από τη γη.

ε.σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου