Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Στις άκρες των δαχτύλων σου. Εκεί θέλω να ζήσω.



Είμαι μια αποσκευή που χάθηκε και δεν την αναζήτησε κανείς. Παραμένω στο γραφείο των απωλεσθέντων περιμένοντας μια καταστροφή να με γλιτώσει. Ή μια μνήμη ή έστω μια μικροκλοπή. Σαν καρναβάλι κι ετούτο το Σαββατοκύριακο, να μην ξέρεις από πού να το μαζέψεις. Ακολούθησα τα δάκρυα αυτών των σαλτιμπάγκων, έτσι βρέθηκα εδώ. Όλοι οι θίασοι περιπλανώμενοι είναι. Αντιστέκομαι στη διαφθορά των λόγων, αντικρούω τα παραληρήματα της επανάληψης. Κρατούσα σφιχτά το χέρι κάποιου κι όταν γύρισα να τον κοιτάξω δεν είδα παρά ένα χέρι μοναχό του , χωρίς άνθρωπο και μου ‘λεγε, θα μείνω μαζί σου για πάντα, μη φοβάσαι πια το σκοτάδι. Ύστερα θυμάμαι την οικονόμο που σηκώθηκε να κλείσει την πόρτα και μετά γαβγίσματα κι ήθελα τόσο πολύ να βάλω τα κλάματα αλλά ντράπηκα κι έφυγα πάλι χωρίς να πω κουβέντα. Είμαι ένας λεπτοδείκτης και νομίζω πως δεν είμαι. Καταφέρνω έτσι να βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον στη ροή του χρόνου παρ’ όλο που ποτέ δεν είχα ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασής μου.
Ν’ άνοιγε η πόρτα τώρα και να ‘μπαινες…

(ε.σ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου