Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ΦΩΝΗ 3



«Έχω ένα χρέος να ξεπληρώσω. Εδώ και καιρό. Καθυστερώ. Υστερώ. Μια υστερία και μια υστέρηση. Η μήτρα μου, η αρχή και το τέλος. Κι έπειτα πάλι αρχή και πάλι τέλος. Η σάρκα ασθενεί πάντα το χειμώνα. Τα χάδια ακρωτηριασμένα στις αγκαλιές ενός δολοφονικού αιώνα. Στους δρόμους ξανά με άγνωστη κατεύθυνση. Πού πάμε πάλι; Όλες οι πόρτες κλειστές. Νύχτωσε. Κανείς δεν ανοίγει. Κατάπιαν τα ηλεκτρικά φώτα μέσα στη λαιμαργία των εποχών. Δε θα βρούμε το δρόμο. Πες μου, πού πάμε;
Έχω ένα χρέος να πληρώσω. Καιρό τώρα. Ξυπόλυτα τα πόδια σ΄ έναν μεταλλικό λαβύρινθο. Να κρυφτούμε να μη μας δουν. Πάρε με αγκαλιά. Κρυώνω. Μέσα μου αίμα και σπέρμα ξένο. Σε ποιόν χρωστάω αυτή τη γέννα; Η μήτρα μου. Σπάραγμα σώματος. Είμαι το δανεικό σώμα. Όλα ύστερα. Είμαι οι πόνοι ενός πληρωμένου τοκετού. Η ζωή, τεμάχιο μου. Όλα αυτά. Για ποιόν;
Η ταυτότητα μου δεν έχει σημασία. Εκτελώ εντολές γευμάτων και απαγορεύσεων. Έχω φόβο. Τίποτα. Έχω απλά να διεκπεραιώσω μια πληρωμένη υπόθεση. Δεν έχω πια παρά ένα παιδικό παραμύθι να αποτελειώσω. Η βιτρίνα των ημερών στολισμένη εδώ και καιρό Χριστούγεννα. Ναι. Μ΄ έχεις ξαναδεί. Κοίταξε με καλά. Ποια σου θυμίζω;
Με είδες να ζητιανεύω με το πρόσωπο μου χαρακωμένο τη βία της γεωγραφίας. Με είδες να κάθομαι δίπλα σου φορώντας το τσακισμένο φόρεμα δύο πολέμων. Με είδες να καθαρίζω το σπίτι σου με χέρια ανοιγμένα απ΄τα χημικά ενός σίφουνα αστικής αποστειρωμένης λευκότητας. Με είδες να παίζω με τα παιδιά σου παιδικά παραμύθια χωρίς λέξεις. Με είδες να σου ζητάω να με βοηθήσεις να βρω το δρόμο σ΄ έναν σκισμένο χάρτη μιας πόλης ξένης. Με είδες να συλλαβίζω ψωμί και γάλα ενώ γελούσες με τα άθλια ελληνικά μου. Με είδες κρεμασμένη την καταγωγή μου χάρτινο κολιέ. Με είδες μια, δύο, τρεις και πάντα με προσπερνούσες αδιάφορα σιγοψιθυρίζοντας μια κατάρα που δεν ξέρω τι σημαίνει. Φαντάζομαι όμως. Πίστεψε με. Φαντάζομαι…
Πες μου λοιπόν, με θυμήθηκες;»
(α.κ.)
φωτο:Αθανασία Κρατημένου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου