
Κάνω μια σκέψη να αρχίσω να μαζεύω διάφορα κομμάτια μου που έχουν σκορπίσει και βρωμίζουν το σπίτι. Ύστερα την αφήνω να πέσει κι αυτή βαριά και να σκοτωθεί μέσα στα ξεραμένα αίματα. Βάζω ξυπνητήρι να σηκωθώ να τα μαζέψω όλα το πρωί. Όμως αντί για ύπνο, ανεβαίνω στα πιο ψηλά σημεία της πόλης έχοντας πάντα μαζί μου ένα ζευγάρι κυάλια. Θέλω να δω αν υπάρχει κάτι πέρα από τη ματαιότητα.
Εκεί συναντάω συχνά έναν τύπο με μια μαύρη ρεπούμπλικα. Μου είπαν πως ο τύπος αυτός πλήρωσε κάποιους για να ανοίξουν μεγάλες τρύπες στην άσφαλτο. Διάφοροι ανυποψίαστοι πέφτουν μέσα και εξαφανίζονται. Πόσα λες να τους έδωσε; Στο κομοδίνο έχω πάντα ακουμπισμένη μια μοναξιά τετελεσμένη, τη φυλάω μέσα σ' ένα γυάλινο δοχείο γιατί φοβάμαι πως θ' αρχίσει να απλώνεται. Όταν είμαι στα ψηλά σημεία, πλαστικοί σταυροί βολτάρουν στον αέρα και φωτίζουν με τη φτήνια τους το νυχτερινό ουρανό. Τώρα πια όλοι θάβουν τους νεκρούς μέσα στα αυτοκίνητά τους. Οι τελετές δυσκολεύουν. Όλα τα μυστήρια ξαναγίνονται. Στον υποθετικό μου ύπνο αρώματα και χρώματα ξυπνούν παλιές μνήμες, άγνωστες και ομορφότερες. Έβγαλα το χαρτάκι με το όνομά μου απ' το κουδούνι. Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε ξανά σ' αυτή την πόλη.
ε.σ.