Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

ατυχίες


Ένα αυτοκίνητο περνάει με κόκκινο και
γίνεται θρύψαλα
πάνω σ’ έναν τοίχο
Σ’ ένα άλλο φανάρι ένας μετανάστης
προσπαθεί να πουλήσει ό, τι δεν κατάφερε να πουλήσει κανείς μέχρι τώρα
Μια μάνα σφίγγει στην αγκαλιά της με δύναμη
ένα μωρό και το σκάει
Το χαλάκι της εξώπορτας αρχίζει να πετάει
αρνούμενο την ταπεινότητά του
Ένα βιολί τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν πιάνο
Ένα πιάνο τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν σφυρί που καρφώνει στραβά ένα καρφί στον τοίχο
Εκεί κρεμάω έναν τεράστιο καθρέφτη
κι αυτός πέφτει
και γίνεται χίλια κομμάτια
Εφτά χρόνια γρουσουζιά ακόμα,
[έχω κι ένα υπόλοιπο απ’ τον παλιό λογαριασμό]
Ένα ρολόι
γίνεται μολύβι
ένα μολύβι γίνεται νανούρισμα
ένα νανούρισμα γίνεται
μοιρολόι
κι έτσι πάλι ξαγρυπνώ.
Ένα κουνούπι αυτοκτονεί υπερήφανο
πίνοντας το αίμα του
για να μην το σκοτώσω·
μ’ αυτό τον τρόπο παραμένει νεκρό για πάντα

Εν ολίγοις, θέλω να σας πω πως
αλλάζουν τα πράγματα

ε.σ.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Οδός Λήθης 768, Διαμέρισμα πέμπτο, Όροφος τρίτος


Μονόλογος γυναίκας απευθυνόμενος σε άντρα που παρακολουθεί τηλεόραση.

«Πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Τώρα απελπίζομαι με μέτρο κι αυτό μόνο τα βράδια.
Παθιάζομαι με συνταγή του γιατρού κι αυτό την άνοιξη.
Σφάγιασα όλες μου τις εμμονές και τις έριξα στον κάδο ανακύκλωσης.
Στην επόμενη «ζωή» τους θα γίνουν οι χαρές μου.
Τα δύο τελευταία χρόνια φύτρωσαν φτερά στο σώμα μου δύο φορές.
Μόνο που ήταν μικρά ακόμη και δεν μπόρεσα ποτέ να πετάξω.
Τα πότιζα κάθε μέρα δύο φορές πρωί και απόγευμα αλλά τίποτα.
Όταν είπα σε μια περαστική γυναίκα ότι είμαι άγγελος
με κοίταξε πανικοβλημένη.
Θεώρησε μάλλον ότι ψεύδομαι.
Όμως εγώ, είχα αποφασίσει ότι θα λέω σε όλους την αλήθεια
όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.
Αναμένω λοιπόν την επανάληψη της πράξης για να φτιάξω το ρόλο μου. Αποφάσισα επίσης να μην πω ποτέ ξανά σε κανέναν την αλήθεια μου.
Απλά να πετάξω.
Δεν μπορεί.
Τότε θα με πιστέψουν.
Πρέπει να με πιστέψουν.
Δε μπορεί…»

α.κ.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Το βασίλειό σου


Αυτές οι μέρες έχουν πάντα αίσιο τέλος
Μάγισσες ηττημένες που θα φύγουν
Χρυσές πλεξίδες σε παράθυρα που ανοίγουν
Δράκοι που πέφτουνε νεκροί από ένα βέλος

Μη βγεις ποτέ μέσα από τις σελίδες
Εκεί θα είσαι η δική μου αγαπημένη
Με μάγους και με ξωτικά τριγυρισμένη
κι απ’ τις δικές μου τις στεγνές ελπίδες

Θα ‘ρθω και θα σε πάρω κάποιο βράδυ
Σαν πρίγκιπας με το άτι σαν ιππότης
Κουτσός και μολυβένιος στρατιώτης

Ή ακόμα, με της μάχης το σημάδι
Σα βάτραχος, σαν κύκνος ή σα λύκος
Μα όπως και να ‘χει, πληγωμένος ως συνήθως


ε.σ.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010