Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Οδός Λήθης 44, Διαμέρισμα τρίτο, Όροφος δεύτερος


Κάθε βράδυ η γυναίκα στο τρίτο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου έβγαινε στο μπαλκόνι της και άνοιγε διάπλατα το στόμα της αφήνοντας να δραπετεύσει στην πόλη μια κραυγή, αντηχώντας λύπες και μοναξιά.
Η κραυγή, άλλοτε καρφωνόταν στο παρμπρίζ ενός διερχόμενου αυτοκινήτου, άλλοτε έτρεχε αλαφιασμένη και ημίγυμνη στο δρόμο ενώ οι περαστικοί πανικοβλημένοι της έκαναν χώρο για να περάσει, άλλοτε πάλι εισέβαλε στην κατάψυξη κάποιου γειτονικού σπιτιού.
Μια νύχτα, η κραυγή αρνήθηκε να βγει από τον φάρυγγα. Έκανε την αντίστροφη κίνηση, επιστρέφοντας μέσα της. Και το σώμα της γυναίκας άρχισε να συσπάται. Αυτό κράτησε για μέρες, για μήνες, για χρόνια. Ώσπου ένα παγωμένο σούρουπο ξεψύχησε. Κι έγινε η κραυγή ύστατη ανάσα θανάτου.
Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το θρυμματισμένο παρμπρίζ ξαναέγινε ενιαίο γυαλί. Και οι περαστικοί περπάτησαν πάλι ήρεμοι στο σκοτεινό δρόμο και οι πάγοι στην κατάψυξη έλιωσαν. Και όλα τα μπαλκόνια του κόσμου γκρεμίστηκαν μονομιάς. Να μη βγει κανείς έξω ξανά. Κανείς. Ποτέ πια…
α.κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου