Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Last Wish (μια μέρα)


φωτογραφία: Μαριάντζελα Χατζησταματίου

Τετάρτη
Κάθονται πολύ κοντά στο τραπέζι, τα κεφάλια τους προς το κέντρο, σχεδόν συνωμοτικά.

Τ: Πόσον καιρό είμαστε εδώ;
Σ: Καμιά βδομάδα σίγουρα.
Λ: Κανά δυο μήνες;
Π: Μπορεί κι ένα χρόνο.
Σ: Η μάνα μου θα μ’ έχει ξεχάσει.
Π: Αυτός εδώ θα βρωμίσει. (Δείχνει τον ΝΤ.)
Λ: Αυτός δεν είναι νεκρός.
( Ο ΝΤ ζωντανεύει, πλησιάζει τη Λ. Κάθονται μαζί μπροστά στην τηλεόραση)
Σ: Δεν έχω γονείς.
ΝΤ: Οι φίλοι μου θα ανησυχούν.
Σ: Δεν έχω φίλους. Μόνο…
Π: Δε θέλω να κρύβομαι άλλο.
Τ: Μόνο τι;
Π: Δε θα εγκαταλείψουμε τώρα.
Έχουμε αυτό το χρέος στην ανθρωπότητα.
Σ: Μόνο που…
ΝΤ: Ναι;
Σ: Πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα.
Τ: Κι όταν οι φήμες θα λένε πως πέθανα, εγώ θα είμαι μέσα στον υπερσιβηρικό. Θα θάψετε μόνο ένα κομμάτι ξύλο χωρίς το εισιτήριο.
ΝΤ: Να το θυμάσαι αυτό που λες τώρα.
Σ: Πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο αποτελεσματικό.
Εσείς οι άλλοι τι λέτε; Δεν έχουμε πολύ χρόνο, ίσως λίγες μέρες.
Λ: Εγώ δανείστηκα κάποτε ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι για να ξεκινήσω ένα μεγάλο ταξίδι. Όλα αυτά τα χρόνια σκέφτομαι πως πρέπει να τα επιστρέψω. Δεν ξέρω πότε, δε θυμάμαι πού κι ούτε κανείς μου τηλεφώνησε. Τελικά συνέχεια κάτι μου προέκυπτε. Δεν έφυγα ποτέ.
ΝΤ: Εγώ έφυγα κάποτε. Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω. Με σταματούσαν παντού. Συνοριοφύλακες, μπάτσοι, με τρέχανε στα τμήματα και τέτοιες μαλακίες, υποψιάζονταν πως από κάπου το ‘χα σκάσει, αλλά δεν ήξεραν από πού.
Λ: Σε χτύπησαν;
ΝΤ: Όχι. Αλλά με κράτησαν μαζί τους για μέρες, μ’ έσερναν από δω κι από κει.
Τ: Πόσες μέρες;
Λ: Σε κατάλαβαν;
ΝΤ: Δεν πιστεύω.
Λ: Δε σε πιστεύω. Δεν ήξεραν τίποτα;
Π: Τι μέρα είναι;
Λ: Τι μέρες ήταν;
Τ: Γιατί ρωτάς;
Λ: Θέλω να μάθω.
ΝΤ: Εγώ έμαθα.
Π: Ήμουν πάνω σε μια σκηνή.
Σ: Ήμουν πίσω από μια κουίντα.
Τ: Πού το θυμήθηκες αυτό;
Σ: Από εκεί σε θυμάμαι.
Π: Δε με ξέρεις.
Σ: Από εκεί σε ξέρω.
Π: Δε με θυμάσαι!
Λ: Ωστε...
ΝΤ: Κι όταν με ρώτησαν, κοίταξα χαμηλά. Ο υποβολέας είχε πεθάνει από υπερβολική δόση μορφίνης, κι εγώ δε θυμόμουν τι έπρεπε ν’ απαντήσω, ούτε σε ποιόν απ’ όλους αυτούς που, φορώντας τα ρούχα μου προσπαθούσαν να με πείσουν πως είμαστε ίδιοι.
Π: Τραγικό!
Τ: Ναι, ναι. Σχεδόν τραγωδία.
Γέλια.
Λ: Από τότε όμως έχει περάσει καιρός.
Π: Ο ουρανός έκλεισε.
Μόνο εμείς αναγκαζόμαστε ακόμα καμιά φορά για κείνο ή για το άλλο μπας και ξεχάσουμε τον αποκλεισμένο προορισμό μας.
ΝΤ: Τώρα πια, κάποιες φορές, σαν πέφτω να κοιμηθώ, σφίγγω με δύναμη τα δόντια μου σαν ικεσία ή σαν μια απέλπιδη προσπάθεια να σφαλίσω μέσα στο κεφάλι μου αυτά που νόμισα πως φτιάχτηκαν για μένα. Κι όταν κάποιος χτυπάει την πόρτα, βλέπω τη σκιά του πάνω στο τζάμι και κάνω πως δεν είμαι μέσα. «Μα, αφού με κάλεσες», μου λέει μετά, κι εγώ πίνω μια γουλιά και δεν απαντάω.
Αν καταλάβαιναν οι άνθρωποι κάτι παραπάνω απ’ τους ανθρώπους!
Σ: Θα ‘θελα κι εγώ να βλέπω έξω, αλλά δεν έχω παράθυρα. Κι έχει κολλήσει το μυαλό μου σε μια κουρτίνα ξεθωριασμένη.
Σαν έγκαυμα.
Λ: Σ’ αγαπάω.
Π: Από πού ήρθες;
Σ: Υπάρχει ένα μέρος πίσω απ’ το χάρτη.
Λ: Αν πηγαίναμε για ένα ποτό;
ΝΤ: Πού;
Τ: Πού είναι αυτό το μέρος;
ΝΤ: Τρελάθηκες; Απαγορεύεται να βγούμε έξω.
Σ: Δεν είναι τόπος.
Λ:Ποιος θα μας δει…;
Τ: Τι είναι;
Σ: Χρόνος.
ΝΤ: Ίσως και κανένας.
(Ρίχνει μια ματιά προς τους άλλους.)
Σ: Είναι χρόνος.
Τ: Πώς άρχισε;
Σ: Ελπίζαμε πως πρώτα θα πυροβολήσουν αλλού.
Ή έστω μια προειδοποίηση.
Και ένα πρωί ο πόλεμος έγινε πραγματικός.
Ένα ανεπαίσθητο λαμπύρισμα στην άκρη της γης.
Τα ξυραφάκια ήσυχα, ξεχασμένα μέσα στις κατσαρόλες με το αίμα, οξειδώνονταν.
(παύση)
Οι μέρες περνούν.
Π: Αυτό να μην το ξαναπείς.
Σ: Οι νύχτες ατέλειωτες. (Παίρνει το σεντόνι από την Κ, τυλίγεται και πέφτει στο πάτωμα, κουλουριάζεται, σαν αντίδραση μικρού παιδιού, μένει εκεί. Η Κ παραμένει στη θέση της. Τους παρακολουθεί αλλά δεν τη βλέπουν)
Π: Μην το ξαναπείς αυτό!
Σ: Τι έπαθες τώρα;
ΝΤ: Δε μου είπες τελικά, τι του βρίσκεις;
Π: Τίποτα.
Λ: Είναι τόσο τρυφερός μαζί μου. Τον γνώρισα και στους δικούς μου.
Τ: Δεν βρίσκω τίποτα εδώ μέσα! (Ψάχνει σ’ ένα συρτάρι.)
Π: Δεν υπάρχει τίποτα για να βρεις εδώ μέσα.
ΝΤ: Δεν υπάρχει τίποτα για να βρεις μέσα μου.
Τ: Δεν μπορεί.
Σ: Δεν μπορώ άλλο.
ΝΤ : Νομίζαμε ότι κοιμόσουν.
Σ: Δεν είναι σεντόνι αυτό, η σημαία μου είναι, θα παραδοθώ.
Τ: Έχω παραδοθεί αιώνες τώρα.
Π: Όχι! Δε θα παραδοθώ ποτέ. (Βρίσκει ένα ξυράφι μέσα στο συρτάρι, το αρπάζει και πάει να κόψει τις φλέβες του, ο Τ προσπαθεί να τον σταματήσει αλλά μάταια)
Τ: Δεν θα σου κάνω αυτή τη χάρη.
ΝΤ: Δεν θα τους κάνω αυτή τη χάρη.
Σ: Να το συζητήσουμε.
Τ: Μπορώ να ξεχαστώ και να κάθομαι έτσι άπραγος για μέρες. Κάτι παράξενο μου συμβαίνει. Κάτι παράξενο υπάρχει στο κεφάλι μου. Ένα μικροσκοπικός άνθρωπος που το οργώνει απ’ άκρη σ’ άκρη. Αυτό είναι.
Λ: Τα βράδια ξυπνάει από τον ίδιο εφιάλτη. Δε μου λέει ποτέ τι βλέπει. Αλλά τον αισθάνομαι, ακούω την καρδιά του κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Καμιά φορά την ξεριζώνει και την ακουμπάει στο κομοδίνο.
ΝΤ: Τον ενοχλεί.
Τ: Μάλλον.
Σ: Έτσι φαίνεται.
Λ: Δε βλέπω τίποτα.
ΝΤ: Είσαι τυφλή.
Λ: Το πρωί μου παίρνει πολλή ώρα να καθαρίσω τα αίματα.
Σ: Κακό σημάδι αυτό.
Λ: Όταν ξυπνάω δεν τον βρίσκω ποτέ δίπλα μου, ούτε πουθενά αλλού μέσα στο σπίτι.
Τ: Υπάρχει μόνο τις νύχτες.
ΝΤ: Σηκώνεται πριν από σένα. Κάνει ντους, πίνει καφέ, καπνίζει ένα δυο τσιγάρα και πάει για δουλειά.
Λ: Δε δουλεύει.
Σ: Δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος.
ΝΤ: Και πώς εξηγείς τα αίματα;
Λ: Υπάρχει σου λέω. Όλη νύχτα κάνουμε έρωτα.
ΝΤ: Δεν υπάρχουν αίματα.
Είσαι τρελή.
Λ: Δε βλέπω τίποτα.
ΝΤ: Είσαι τυφλή.
Λ: Μπορεί, αλλά μη φωνάζεις, είναι κάπου εδώ γύρω. Μας ακούει.

ε.σ.

1 σχόλιο: