Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

οι διακοπές


Κάνω μια σκέψη να αρχίσω να μαζεύω διάφορα κομμάτια μου που έχουν σκορπίσει και βρωμίζουν το σπίτι. Ύστερα την αφήνω να πέσει κι αυτή βαριά και να σκοτωθεί μέσα στα ξεραμένα αίματα. Βάζω ξυπνητήρι να σηκωθώ να τα μαζέψω όλα το πρωί. Όμως αντί για ύπνο, ανεβαίνω στα πιο ψηλά σημεία της πόλης έχοντας πάντα μαζί μου ένα ζευγάρι κυάλια. Θέλω να δω αν υπάρχει κάτι πέρα από τη ματαιότητα.
Εκεί συναντάω συχνά έναν τύπο με μια μαύρη ρεπούμπλικα. Μου είπαν πως ο τύπος αυτός πλήρωσε κάποιους για να ανοίξουν μεγάλες τρύπες στην άσφαλτο. Διάφοροι ανυποψίαστοι πέφτουν μέσα και εξαφανίζονται. Πόσα λες να τους έδωσε; Στο κομοδίνο έχω πάντα ακουμπισμένη μια μοναξιά τετελεσμένη, τη φυλάω μέσα σ' ένα γυάλινο δοχείο γιατί φοβάμαι πως θ' αρχίσει να απλώνεται. Όταν είμαι στα ψηλά σημεία, πλαστικοί σταυροί βολτάρουν στον αέρα και φωτίζουν με τη φτήνια τους το νυχτερινό ουρανό. Τώρα πια όλοι θάβουν τους νεκρούς μέσα στα αυτοκίνητά τους. Οι τελετές δυσκολεύουν. Όλα τα μυστήρια ξαναγίνονται. Στον υποθετικό μου ύπνο αρώματα και χρώματα ξυπνούν παλιές μνήμες, άγνωστες και ομορφότερες. Έβγαλα το χαρτάκι με το όνομά μου απ' το κουδούνι. Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε ξανά σ' αυτή την πόλη.

ε.σ.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Η μέρα που δεν υπήρχες


Ρόδες στρίβουν με θόρυβο κι αναταράσσουν το παρελθόν. Μείνετε μέσα στα μνήματα, μόνο εκεί είστε ασφαλείς. Όταν θυμώνεις ένα κόκκινο μεγάλο αίμα πλημμυρίζει τα ταβάνια. Δεν ακούγεται πια το ρολόι, ένας άνθρωπος ήρθε και με ρώτησε κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβα. Του έδωσα τη διεύθυνσή σου και του είπα να προσέχει. Ακολούθησε μια μικρή κλωστή και βρέθηκε μέσα στην τσέπη μου, αλλά δεν είχα καθόλου χρήματα κι έτσι έφυγε κι αυτός.
Όπως τελειώνει η ανάγκη, έτσι αρχίζει η ενοχή. Να θυμηθώ πριν πεθάνω να καταναλώσω ό,τι απέμεινε. Πάρε αγκαλιά τις αγωνίες μου και μεγάλωνέ τες όσο θα λείπω. Να ξέρεις ότι μπορεί να μην βρω ξανά το δρόμο να γυρίσω. Στο μεταξύ θα διασκεδάζω τη μεταφυσική ικανότητα να γράφω τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Εδώ πάντα.

ε.σ.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Επιστολή στο μεγάλο χρόνο


sketch by Giorgos Tsopanos

Όταν σε πρωτοείδα, περπατούσες κι άφηνες με τα παπούτσια σου ίχνη από αίμα στο πεζοδρόμιο, έσερνες μια μεγάλη χάρτινη βάρκα και μου είπες πως ψάχνεις το κοντινότερο λιμάνι. Σου είπα πως εδώ κοντά δεν έχει θάλασσα και πως αν ήθελες, θα μπορούσες να ταξιδεύεις μέσα σε μικρές γαλάζιες φλέβες. Είπες πως δεν είναι σωστό κι έφυγες. Εγώ τότε ειπα πως δε θα ξαναγυρίσω στο σπίτι και νοίκιασα ένα μικρό δωμάτιο στο κεντρικό ξενοδοχείο. Μου αρέσουν τα ξενοδοχεία. Στους διαδρόμους τους συναντάς κάτι ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με το θάνατο. Καμιά φορά είναι αγκαλιασμένοι, τα γράμματά τους είναι ολοστρόγγυλα, πάνε κι έρχονται κάτω απ' τις πόρτες χωρίς να λογαριάζουν ταχυδρόμους και υπηρεσίες επικοινωνιών. Καμιά φορά είναι μόνοι.
Μιά μέρα ήρθε στη ρεσεψιόν ένα τηλεγράφημα κάνοντας πολύ θόρυβο. Τρόμαξε όλο τον κόσμο. Οι ένοικοι κλείστηκαν στα δωμάτιά τους και κανείς δεν έβγαινε παρά τις επίμονες προσπάθειες των υπαλλήλων να αποκατασταθεί η τάξις ή έστω να πληρώσουν για την έξτρα διαμονή. Το ίδιο έγινε και την επομένη. Και τον άλλο μήνα. Ολόκληρο το χρόνο. Μόλις έφτασαν τα Χριστούγεννα, κάποια που ήταν σαν κι εμένα αλλά όχι εγώ, βγήκε απ' το απέναντι δωμάτιό και κατέβηκε να παραλάβει το τηλεγράφημα. Ήταν από σένα κι έγραφε μόνο δυο λέξεις. Λίγες ώρες αργότερα ο ρεσεψιονίστ βρέθηκε δολοφονημένος μέσα σ' ένα πίνακα ζωγραφικής. Στο χαλί είδα ίχνη από τα παπούτσια σου, ίχνη από αίμα. Τότε η κοπέλα που μου έμοιαζε έφυγε. Ξεγέλασε τη σπιτονοικοκυρά μου, πήρε το κλειδί μου κι έμεινε στο σπίτι μου.
Από τότε κολυμπάω μέσα σε μικρές γαλάζιες φλέβες και σε περιμένω να το πάρεις απόφαση. Ήταν η μέρα που ο κόσμος επέστρεψε στην κανονική ζωή του.

ε.σ.