Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Μαύρο



Την ώρα που η τρέλα χτύπησε την πόρτα μου ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Κάτι σαν σπάσιμο. Βγήκα έξω, αλλά δεν ήταν κανείς. Μόνο μια σκιά είδα που δεν ξεμάκρυνε αλλά κούρνιασε στο μυαλό μου. Κι άρχισε να χορεύει αποσυντονισμένη έναν αλλόκοτο χορό με μια μουσική απόκοσμη που ηχούσε στα αφτιά μου από το πουθενά. Τότε μου αποκαλύφθηκαν όλα.
Βγήκα έξω. Συννέφιασε κι άρχισε να βρέχει. Έβρεχε μαύρο από έναν κατασκότεινο ουρανό που είχε φυτρώσει πάνω από ένα σώμα γεμάτο εκδορές. Ένα παλιό ατύχημα χωρίς ούτε μια αμυχή επέστρεψε με τα σημάδια ορατά να πονάνε και να αιμορραγούν, ενώ ο αέρας που φυσούσε σκορπούσε τον πόνο στις τέσσερις άκρες του κόσμου. Τότε εμφανίστηκε μια γυναίκα με βρώμικα ρούχα και ένα λευκό μαντήλι, έριξε δύο σταγόνες ουρανού στο μαντήλι και καθάρισε τα τραύματα. Στην αρχή, ένα μούδιασμα και έπειτα οι πληγές χάθηκαν. Το μαντήλι μαύρισε, το σφούγγισε και έτρεξαν όλα τα δάκρυα της εποχής των πένθιμων εμβατηρίων και των μνημόσυνων σε άγνωστους νεκρούς που στοιβάχτηκαν κοντά στην πολυκατοικία που έγινε το ατύχημα. Σταμάτησε η βροχή και βγήκε ένας ήλιος σεμνός κρυμμένος πίσω από ένα αυθάδες σύννεφο. Προχώρησα ένα βήμα και άλλο βήμα. Έφτασα μπροστά σε μια βιτρίνα. Μια γυναίκα ντυμένη με όμορφα ρούχα με κοιτούσε αμίλητη. Της αράδιασα ένα σωρό λέξεις σφραγισμένες για χρόνια στα υπόγεια της πιο βαθιάς σιωπής.

«Έρχομαι από μακριά, χωρίς εποχές ο νους μου, απλώνω στην ταράτσα κάθε μέρα τις σιωπές μου, να στεγνώσουν από τις φλυαρίες που κατάπια, σάλιο και βρωμιά, έχω έναν θυμό παράξενο, και θέλω να σκοτώσω κάποιον, ποτέ δεν ήξερα ποιον, γιαυτό δεν το έκανα μέχρι τώρα, στα όνειρα μου είμαι πάντα οπλισμένη, άλλοτε πηγαίνω σε κηδείες αγαπημένων συγγενών, δεν κλαίω, μόνο λίγο πριν το τέλος, πέφτω κι εγώ στο λάκκο, άλλοτε καταβροχθίζω όλα τα χάπια, τα μασάω, τα δαγκώνω, τα σαλιώνω, τα καταπίνω όλα μαζί, έχω αδυναμία σε αυτά για τις ημικρανίες και τους ρευματισμούς, παραξενιά θα μου πεις, κάποτε ονειρεύτηκα το πρόσωπο εκείνου κοιμισμένο, ξαφνικά άνοιξε το στόμα του και με κατάπιε, για πολλά χρόνια από τότε δεν ξύπνησα, έμεινα κοιμισμένη στην κοιλιά του, ήταν ζεστά και πάντα μου έριχνε ένα ξεροκόμματο, τις Κυριακές τρώγαμε μαζί, οι δύο μας, και πίναμε και κανα κρασάκι, στο τέλος τρώγαμε και γλυκό του κουταλιού, βύσσινο, δεν ξέχασε ότι λάτρευα το βύσσινο, μα χτύπησε μια μέρα η πόρτα, κι έπρεπε να ανοίξω, εκείνος είχε πια πεθάνει σε ένα ατύχημα, δεν ήταν άλλος κανείς τριγύρω, τελικά άνοιξα εγώ…»

Εκείνη δε μίλησε. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Μπήκα μέσα απ΄ τη βιτρίνα και την έσπασα. Μια σπασμένη κούκλα για τα σκουπίδια σκισμένο το άψογο σύνολο και εκείνη να με καρφώνει με τα τεράστια μάτια της και τις βλεφαρίδες όλα ψεύτικα να σημαδεύουν την αλήθεια μου. Άρχισαν να φωνάζουν. Είσαι τρελή. Θα επανορθώσω είπα. Φόρεσα ένα φουστάνι και κάθισα στη βιτρίνα. Πήρα πόζα και δεν κουνήθηκα. Πέρασε η ώρα. Έκλεισαν τα φώτα, έκλεισαν τα μαγαζιά. Μια παρέα αργά το βράδυ κοιτούσε το φόρεμα. Ήταν σε προσφορά. Τέλος εποχής. Ξεπούλημα.

α.κ.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Πεινασμένη ιστορία




Έπειτα από χίλια χρόνια ενός βαρύ ύπνου εκείνη σηκώθηκε νωρίς το πρωί το σώμα της μουδιασμένο πήγε στην κουζίνα κι ετοίμασε ένα ατελείωτο τραπέζι πέρα απ΄ τα σύνορα του κόσμου γεμάτο όλες τις εκλεπτυσμένες εκφράσεις των γεύσεων δε δοκίμασε ούτε μια μπουκιά αν και είχε να φάει χρόνια έφτασαν οι καλεσμένοι καταβρόχθισαν βουλιμικά όλα τα εδέσματα δεν έμεινε τίποτα έφυγαν όλοι έμεινε ένας μόνο δεν έφαγε τίποτα ίσως δεν πρόλαβε ίσως όταν συνέβαιναν όλα αυτά αυτός κοιτούσε αλλού εκείνη κάρφωνε τα ψίχουλα που της άφησαν και τους λεκέδες πάνω στο τραπέζι τραβάει το τραπεζομάντιλο γδύνεται και ξαπλώνει στο τραπέζι δεν είχε τίποτα άλλο στα ντουλάπια της.

α.κ.