Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Απόψε


artwork by Giorgos Tsopanos


Και πες μου τώρα
γιατί ντύθηκες αυτός
και
ποιός αγαπάει ποιόν σ' αυτό το παιχνίδι;
ποιός νίκησε όταν με πήρε ο ύπνος;

και κάτι ακόμα

θύμισέ μου τι ακριβώς παίζουμε
η μοναξιά είναι σαν ρολόι
στις μεγάλες ταχύτητες λείπει, δεν είναι εκεί

το ταξί

η μοναξιά είναι κάπως σαν κι εσένα
πολύ διάφανη, ευγενική και
πολύ χαμογελαστή
στο τέλος
πάντα
την πληρώνεις.

ε.σ.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Κανείς


artwork by Giorgos Tsopanos


Πέθανα αναρίθμητες φορές. Και μετά από κάθε θάνατο, γινόμουν ένας άλλος. Για την ακρίβεια γινόμουν ένας ΚΑΝΕΙΣ. Άλλος. Αυτό που τώρα συμβαίνει υποθέτω ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά το όνειρο ενός νεκρού. Πίσω απ΄ τα καθημερινά πράγματα που κάνω, σ΄ αυτήν την κατάσταση μετά το σύνορο της θνητότητας,- να φτιάχνω καφέ, να καπνίζω, να τρώω, να απελπίζομαι- τρέχω μια προσευχή που ζητάει ν΄ αναστηθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κανένα παράδειγμα γύρω μου ή έστω κάπου να άκουσα ή να διάβασα για κάποιον νεκρό που αναστήθηκε. Εκτός απ΄ τον Χριστό. Αλλά αν γίνω Χριστός για να αναστηθώ, θα πρέπει πρώτα να σταυρωθώ, δηλαδή να πεθάνω για μια φορά ακόμα, και αυτό ακριβώς είναι που θα ήθελα να αποφύγω.
Οι άνθρωποι γύρω μου αγνοούν αυτούς τους πολλαπλούς θανάτους. Έτσι συνεχίζουν να μου εύχονται χρόνια πολλά στα γενέθλια μου και σε άλλες γιορτές του χρόνου. Εγώ χαμογελάω συγκαταβατικά και λέω ευχαριστώ. Ένα σχολαστικό μάτι θα είχε ίσως προσέξει μια φυσαλίδα πανικού σ΄ αυτό το χαμόγελο, που πάντα με τραβάει μακριά, αλλά οι άνθρωποι συνήθως δεν είναι παρατηρητικοί παρά μόνο μπροστά στον καθρέφτη, κι έτσι κανείς ποτέ δεν πρόσεξε τίποτα. Γιατί, μπλέκονται περίεργα κάτι ξέμπαρκες λέξεις, κάτι ακατάστατες μνήμες και εκείνο το όνειρο στο φωταγωγό που κάποια μαυροφορεμένη γυναίκα -χήρα από νωρίς- με αποχαιρέτισε με ένα χάδι στο μουλιασμένο μου μάγουλο. Νομίζω ότι μου είπε να μη φοβάμαι το θάνατο. Τότε το κομμάτι ουρανού που σημάδευε ο φωταγωγός ήρθε και κρύφτηκε στο μυαλό μου. Έτσι, από τότε, άρχισαν να συμβαίνουν διάφορες απ΄ ευθείας συνάψεις με όλο το μπλε. Από την επόμενη μέρα, που η νεκροφόρα και οι θρήνοι διέσχισαν το διάδρομο που παίζαμε κουκλοθέατρο, ο θάνατος έγινε η άλλη όψη του παιχνιδιού ή το παιχνίδι η άλλη όψη του θανάτου. Στην ετυμολογία τους.


Εκτελέστηκα ξημερώματα, ενώ κάποιος μου έκλεισε το μάτι. Είχα ξεχαστεί. Μου υπενθύμισε ένα παλιό χρέος που βάραινε το μυαλό μου τα βράδια, αλλά δεν θυμόμουν πια γιατί. Το μπλε έβαφε όλο το βλέμμα μου.

Έσβησα στην ερημιά μιας εθελούσιας εξορίας κυνηγημένη από ένα δάκτυλο που με σημάδευε στο μέτωπο ιχνηλατώντας στη λάσπη τα βήματα μιας εποχής κεριών που τρεμοσβήνουν στο ψύχος μιας καινούργιας αρχέγονης αγκαλιάς.

Ξεψύχησα στη γέννα απ΄τις μελλοντικές χειρονομίες ενός αρσενικού μωρού που έμελλε να δέσει τη θηλιά στο ταβάνι στης έσχατης πράξης μου.

Αιμορράγησα μέχρι θανάτου απ΄ την λεπίδα μιας αλήθειας που σημάδεψε το μελάνι που κυλάει στις φλέβες μου να το ξοδέψει σε ακατάληπτες φλυαρίες ασυνάρτητων διασυνδέσεων όχι πια στο μυαλό μου, μα έξω στον κόσμο.

Νεκρώθηκα στην αγωνία ενός βλέμματος που σημάδευε το άλλο βλέμμα, την έξοδο, το χρόνο, την τομή στη γλώσσα και την κόψη ενός ολοκαίνουργιου φιλιού που σε καληνύχτισε κλείνοντας πένθιμα τη βραδιά στη φυγή των κεραυνοβολημένων.

Πέθανα στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένας πόλεμος ανάμεσα στους προαιώνιους εχθρούς για μια κηλίδα πάνω στο μπλε που λέρωνε το μέλλον. Γενικεύτηκε έπιασε όλη τη γη, κουτρουβάλησε από τον ουρανό φωτιά και αέρας και έκαψε τα πάντα. Σώθηκαν μόνο οκτώ δεκάδες πανταχόθεν.

α.κ.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Εύφλεκτον


artwork by Giorgos Tsopanos


Άν κάναμε ένα βήμα ακόμα, θα ήταν πιο σίγουρος ο κόσμος. Πιο μαύρος. Ξεπάγιασα να σε περιμένω μέσα σ' αυτό τον ουρανό. Ένας άγνωστος μου δίνει το παλτό του κι ένα σπίρτο. Μου λέει να διαλέξω, ξέρει το όνομά μου. Διαλέγω το σπίρτο.
-Πρέπει να ζεσταθείς, μου λέει.
Κι εγώ κάνω ένα βήμα μακριά του για σιγουριά.

Κάθε μέρα προσπαθώ να ανάψω το σπίρτο, περνάνε χρόνια.
Στο τέλος ανοίγω μια τρύπα στο χώμα, το θάβω με όλες τις τιμές που του αρμόζουν
κάνω ένα ακόμα βήμα
και γίνομαι στάχτη.

ε.σ.

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Φιλοξενούμενος: Δημήτρης Νταλάκας


Χωρίς τίτλους

(Ι)
Κι ηρθε η μερα
κι εφυγε
κι ηρθε μια αλλη σαν κι αυτη

Κι εγω εδω
πιο μονος πια απο χτες
περπατω ψηλαφωντας τον ισκιο μου
στους τοιχους
στα πεζοδρομια
στις αυλες

Κι ο δρομος
που μοιαζει πια ξενος
ειν'αυτος που μενει
πιο ιδιος
κι απ'το ιδιο το χτες



(ΙΙ)
Εγινα αντρας
κι η πολη πια μικρυνε
οι ηρωες δειλιασαν
κι οι αθανατοι πεσαν στο τελος νεκροι

Μα φοβαμαι πως
ο,τι ηταν να ρθει
με προφτασε..
και με προσπερασε
χωρις καν να μου πει ενα γεια

Εγινα αντρας
και σοφοτερος πια
λεω πως ο κοσμος
ειναι πλεον μικρος
για να χωρεσει τη γνωση μου

Μεχρι τη μερα
που θα στερεψει ολοκληρη

Μα μεχρι τοτε
μπορω να καυχιεμαι
πως ολα τα ξερω
κι εχω για ολα
μια ιστορια να πω

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Υποθαλάσσια εφεύρεση


sketch by Giorgos Tsopanos

Τελικά δεν υπάρχει κάτι άλλο σ' αυτόν τον κόσμο. Μια γάτα σε σχήμα αβέβαιου γράμματος πηδάει απ' το μπαλκόνι και σκοτώνεται. Έξι ζωές δραπετεύουν χωρίς νόημα κανένα και τριγυρνούν μέσα στην πόλη. Δε θα σε βρει καμιά τους. Είμαι εκεί που δεν θα ψάξεις. Ίσως γυρίσω μια μέρα, αλλά θα 'χω αλλάξει κούρεμα, μακιγιάζ, και η βαλίτσα μου θα έχει πια μεγαλώσει και θα 'ναι εντελώς άδεια. Να μου ανοίξεις την πόρτα. Δε θα μείνω πολύ. Θα βγω στο μπαλκόνι και θα πηδήξω χωρίς να πω ούτε μια λέξη. Θα φοράω το φουστάνι που δε μου αγόρασες. Χωρίς άλλες κραυγές, έτσι πρέπει να συνεχιστεί μια ιστορία που οι γείτονες την άκουσαν κάποτε να κλαίει με εκκωφαντικούς λυγμούς. Τότε ήταν βρέφος. Και τώρα είναι. Έτσι, δεν τελειώνει τίποτα. Μόνο αρχή υπάρχει σ΄αυτόν τον κόσμο, σου λέω, τίποτα άλλο. Όλα ξεκινούν τώρα και ξανά.
Καλωσήρθες, μου έλειψες.

ε.σ.