Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Της μιας χρήσης ή Καλή Χρονιά


Έγιναν καραμέλες οι σκέψεις μου
και χαρίζονται από δω κι από κει
Λιώνουν και σπάνε
μ’ ένα κρακ
αλλάζουν χέρια
φορώντας το ωραίο τους περιτύλιγμα
Ώσπου κάποτε γίνεται κι αυτό άχρηστο
ένα κορίτσι το κρατάει στα χέρια του
κι εκείνο
τρίζει
αιώνια
εκπληρωμένο
Μα καλά,
δε σας έχει πει ποτέ κανείς
να μην παίρνετε καραμέλες από αγνώστους;

ε.σ.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Ένα σονέτο χριστουγεννιάτικο


(κι ας πεθάνουν)
Οι καλικάντζαροι και φέτος λένε
Θα ανέβουνε για να μας συναντήσουν
Θα πιούν κρασί μαζί μας θα μεθύσουν
Κι ύστερα για τη μοίρα τους θα κλαίνε

Που όλο το χρόνο δεν μπορούν να ζήσουν
σαν τους κοινούς θνητούς, τάχα τι φταίνε;
Ολημερίς βάζουν φωτιές να καίνε
Και πολεμάνε κάθε νύχτα να τις σβήσουν

Να πριονίζουν από το πρωί ως το βράδυ
της γης το δέντρο η βαρετή δουλειά τους
μα δεν αντέχουν άλλο το σκοτάδι

Θέλουν κι αυτοί να βάλουν τα καλά τους
Τα ωραία ρούχα τα μεταξωτά τους
Κι ας νιώσουν μόνο μιας αυγής το χάδι

ε.σ.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Άνεργοι Καλικάντζαροι Διαδηλώνουν


φοράω ένα μαύρο ρούχο ένα ολόμαυρο κατάμαυρο ρούχο στέκομαι λίγο καλύτερα και χτυπάω την πόρτα μου ανοίγει μια πολύ ευγενική κυρία με άσπρα μαλλιά και άσπρα ρούχα κάτασπρα ολόασπρα ρούχα πολύ ευγενική στ' αλήθεια μου γνέφει να περάσω περνάω προχωράω στο μακρύ διάδρομο στον ατέλειωτο διάδρομο και μετά από είκοσι μία ημέρες φτάνω στο μεγάλο στο τεράστιο σαλόνι με την πολυθρόνα στη μέση και τις παλιές κουρτίνες το βήμα μου βαραίνει έχω εξαντληθεί από το περπάτημα τόσων ημερών χωρίς παύση χωρίς διάλειμμα χωρίς άλλο κουδούνι πέρα απ' αυτό που χτύπησα πριν είκοσι μία μέρες το βήμα μου βαραίνει πλησιάζω την πολυθρόνα τη μοναδική πολυθρόνα τη μόνη της μόνη πολυθρόνα εν μέσω αχανούς σαλονιού και μου φαίνεται κάπως σαν συνωμοτικά να μου κλείνει το μάτι κάθομαι στην αγκαλιά της βγάζω το μάυρο το κατάμαυρο ρούχο και βάζω τα κλάματα

ε.σ.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Last Wish (μια μέρα)


φωτογραφία: Μαριάντζελα Χατζησταματίου

Τετάρτη
Κάθονται πολύ κοντά στο τραπέζι, τα κεφάλια τους προς το κέντρο, σχεδόν συνωμοτικά.

Τ: Πόσον καιρό είμαστε εδώ;
Σ: Καμιά βδομάδα σίγουρα.
Λ: Κανά δυο μήνες;
Π: Μπορεί κι ένα χρόνο.
Σ: Η μάνα μου θα μ’ έχει ξεχάσει.
Π: Αυτός εδώ θα βρωμίσει. (Δείχνει τον ΝΤ.)
Λ: Αυτός δεν είναι νεκρός.
( Ο ΝΤ ζωντανεύει, πλησιάζει τη Λ. Κάθονται μαζί μπροστά στην τηλεόραση)
Σ: Δεν έχω γονείς.
ΝΤ: Οι φίλοι μου θα ανησυχούν.
Σ: Δεν έχω φίλους. Μόνο…
Π: Δε θέλω να κρύβομαι άλλο.
Τ: Μόνο τι;
Π: Δε θα εγκαταλείψουμε τώρα.
Έχουμε αυτό το χρέος στην ανθρωπότητα.
Σ: Μόνο που…
ΝΤ: Ναι;
Σ: Πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα.
Τ: Κι όταν οι φήμες θα λένε πως πέθανα, εγώ θα είμαι μέσα στον υπερσιβηρικό. Θα θάψετε μόνο ένα κομμάτι ξύλο χωρίς το εισιτήριο.
ΝΤ: Να το θυμάσαι αυτό που λες τώρα.
Σ: Πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο αποτελεσματικό.
Εσείς οι άλλοι τι λέτε; Δεν έχουμε πολύ χρόνο, ίσως λίγες μέρες.
Λ: Εγώ δανείστηκα κάποτε ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι για να ξεκινήσω ένα μεγάλο ταξίδι. Όλα αυτά τα χρόνια σκέφτομαι πως πρέπει να τα επιστρέψω. Δεν ξέρω πότε, δε θυμάμαι πού κι ούτε κανείς μου τηλεφώνησε. Τελικά συνέχεια κάτι μου προέκυπτε. Δεν έφυγα ποτέ.
ΝΤ: Εγώ έφυγα κάποτε. Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω. Με σταματούσαν παντού. Συνοριοφύλακες, μπάτσοι, με τρέχανε στα τμήματα και τέτοιες μαλακίες, υποψιάζονταν πως από κάπου το ‘χα σκάσει, αλλά δεν ήξεραν από πού.
Λ: Σε χτύπησαν;
ΝΤ: Όχι. Αλλά με κράτησαν μαζί τους για μέρες, μ’ έσερναν από δω κι από κει.
Τ: Πόσες μέρες;
Λ: Σε κατάλαβαν;
ΝΤ: Δεν πιστεύω.
Λ: Δε σε πιστεύω. Δεν ήξεραν τίποτα;
Π: Τι μέρα είναι;
Λ: Τι μέρες ήταν;
Τ: Γιατί ρωτάς;
Λ: Θέλω να μάθω.
ΝΤ: Εγώ έμαθα.
Π: Ήμουν πάνω σε μια σκηνή.
Σ: Ήμουν πίσω από μια κουίντα.
Τ: Πού το θυμήθηκες αυτό;
Σ: Από εκεί σε θυμάμαι.
Π: Δε με ξέρεις.
Σ: Από εκεί σε ξέρω.
Π: Δε με θυμάσαι!
Λ: Ωστε...
ΝΤ: Κι όταν με ρώτησαν, κοίταξα χαμηλά. Ο υποβολέας είχε πεθάνει από υπερβολική δόση μορφίνης, κι εγώ δε θυμόμουν τι έπρεπε ν’ απαντήσω, ούτε σε ποιόν απ’ όλους αυτούς που, φορώντας τα ρούχα μου προσπαθούσαν να με πείσουν πως είμαστε ίδιοι.
Π: Τραγικό!
Τ: Ναι, ναι. Σχεδόν τραγωδία.
Γέλια.
Λ: Από τότε όμως έχει περάσει καιρός.
Π: Ο ουρανός έκλεισε.
Μόνο εμείς αναγκαζόμαστε ακόμα καμιά φορά για κείνο ή για το άλλο μπας και ξεχάσουμε τον αποκλεισμένο προορισμό μας.
ΝΤ: Τώρα πια, κάποιες φορές, σαν πέφτω να κοιμηθώ, σφίγγω με δύναμη τα δόντια μου σαν ικεσία ή σαν μια απέλπιδη προσπάθεια να σφαλίσω μέσα στο κεφάλι μου αυτά που νόμισα πως φτιάχτηκαν για μένα. Κι όταν κάποιος χτυπάει την πόρτα, βλέπω τη σκιά του πάνω στο τζάμι και κάνω πως δεν είμαι μέσα. «Μα, αφού με κάλεσες», μου λέει μετά, κι εγώ πίνω μια γουλιά και δεν απαντάω.
Αν καταλάβαιναν οι άνθρωποι κάτι παραπάνω απ’ τους ανθρώπους!
Σ: Θα ‘θελα κι εγώ να βλέπω έξω, αλλά δεν έχω παράθυρα. Κι έχει κολλήσει το μυαλό μου σε μια κουρτίνα ξεθωριασμένη.
Σαν έγκαυμα.
Λ: Σ’ αγαπάω.
Π: Από πού ήρθες;
Σ: Υπάρχει ένα μέρος πίσω απ’ το χάρτη.
Λ: Αν πηγαίναμε για ένα ποτό;
ΝΤ: Πού;
Τ: Πού είναι αυτό το μέρος;
ΝΤ: Τρελάθηκες; Απαγορεύεται να βγούμε έξω.
Σ: Δεν είναι τόπος.
Λ:Ποιος θα μας δει…;
Τ: Τι είναι;
Σ: Χρόνος.
ΝΤ: Ίσως και κανένας.
(Ρίχνει μια ματιά προς τους άλλους.)
Σ: Είναι χρόνος.
Τ: Πώς άρχισε;
Σ: Ελπίζαμε πως πρώτα θα πυροβολήσουν αλλού.
Ή έστω μια προειδοποίηση.
Και ένα πρωί ο πόλεμος έγινε πραγματικός.
Ένα ανεπαίσθητο λαμπύρισμα στην άκρη της γης.
Τα ξυραφάκια ήσυχα, ξεχασμένα μέσα στις κατσαρόλες με το αίμα, οξειδώνονταν.
(παύση)
Οι μέρες περνούν.
Π: Αυτό να μην το ξαναπείς.
Σ: Οι νύχτες ατέλειωτες. (Παίρνει το σεντόνι από την Κ, τυλίγεται και πέφτει στο πάτωμα, κουλουριάζεται, σαν αντίδραση μικρού παιδιού, μένει εκεί. Η Κ παραμένει στη θέση της. Τους παρακολουθεί αλλά δεν τη βλέπουν)
Π: Μην το ξαναπείς αυτό!
Σ: Τι έπαθες τώρα;
ΝΤ: Δε μου είπες τελικά, τι του βρίσκεις;
Π: Τίποτα.
Λ: Είναι τόσο τρυφερός μαζί μου. Τον γνώρισα και στους δικούς μου.
Τ: Δεν βρίσκω τίποτα εδώ μέσα! (Ψάχνει σ’ ένα συρτάρι.)
Π: Δεν υπάρχει τίποτα για να βρεις εδώ μέσα.
ΝΤ: Δεν υπάρχει τίποτα για να βρεις μέσα μου.
Τ: Δεν μπορεί.
Σ: Δεν μπορώ άλλο.
ΝΤ : Νομίζαμε ότι κοιμόσουν.
Σ: Δεν είναι σεντόνι αυτό, η σημαία μου είναι, θα παραδοθώ.
Τ: Έχω παραδοθεί αιώνες τώρα.
Π: Όχι! Δε θα παραδοθώ ποτέ. (Βρίσκει ένα ξυράφι μέσα στο συρτάρι, το αρπάζει και πάει να κόψει τις φλέβες του, ο Τ προσπαθεί να τον σταματήσει αλλά μάταια)
Τ: Δεν θα σου κάνω αυτή τη χάρη.
ΝΤ: Δεν θα τους κάνω αυτή τη χάρη.
Σ: Να το συζητήσουμε.
Τ: Μπορώ να ξεχαστώ και να κάθομαι έτσι άπραγος για μέρες. Κάτι παράξενο μου συμβαίνει. Κάτι παράξενο υπάρχει στο κεφάλι μου. Ένα μικροσκοπικός άνθρωπος που το οργώνει απ’ άκρη σ’ άκρη. Αυτό είναι.
Λ: Τα βράδια ξυπνάει από τον ίδιο εφιάλτη. Δε μου λέει ποτέ τι βλέπει. Αλλά τον αισθάνομαι, ακούω την καρδιά του κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Καμιά φορά την ξεριζώνει και την ακουμπάει στο κομοδίνο.
ΝΤ: Τον ενοχλεί.
Τ: Μάλλον.
Σ: Έτσι φαίνεται.
Λ: Δε βλέπω τίποτα.
ΝΤ: Είσαι τυφλή.
Λ: Το πρωί μου παίρνει πολλή ώρα να καθαρίσω τα αίματα.
Σ: Κακό σημάδι αυτό.
Λ: Όταν ξυπνάω δεν τον βρίσκω ποτέ δίπλα μου, ούτε πουθενά αλλού μέσα στο σπίτι.
Τ: Υπάρχει μόνο τις νύχτες.
ΝΤ: Σηκώνεται πριν από σένα. Κάνει ντους, πίνει καφέ, καπνίζει ένα δυο τσιγάρα και πάει για δουλειά.
Λ: Δε δουλεύει.
Σ: Δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος.
ΝΤ: Και πώς εξηγείς τα αίματα;
Λ: Υπάρχει σου λέω. Όλη νύχτα κάνουμε έρωτα.
ΝΤ: Δεν υπάρχουν αίματα.
Είσαι τρελή.
Λ: Δε βλέπω τίποτα.
ΝΤ: Είσαι τυφλή.
Λ: Μπορεί, αλλά μη φωνάζεις, είναι κάπου εδώ γύρω. Μας ακούει.

ε.σ.

Εγγραφή 20


Φωτογραφία: Μαριάντζελα Χατζησταματίου

Κάποτε,
όλη η μνήμη θα επιστρέψει
στον τόπο του εγκλήματος
να εκδικηθεί
ανυπόφορα χάδια.
Κάποτε,
όλος ο πόνος
θα πάει στο νυφικό κρεβάτι
να ξαποστάσει
ανήμπορη μοναξιά.
Κάποτε,
ολόκληρη η ήττα θα γυρίσει πίσω
να μεταμορφωθεί μέσα στο κουκούλι της
στην υπέροχη νίκη
ενικών σωμάτων.
α.κ.