Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Διαπλανητική διαπλοκή



Παίρνει μια πολύ λεπτή κλωστή και
τη δένει στη μια άκρη του φεγγαριού
Ύστερα
την περνάει στο λαιμό του
και σπρώχνει
το σκαμνί.
Πλημμυρίζει η νύχτα
αίμα
γήινο.

ε.σ.

Μνήμες στη φορμόλη (απόσπασμα)


φωτογραφία: Μαριάντζελα Χατζησταματίου


Σκηνή 5

Κάποια. Όσο ήμουν κρυμμένη στη σιωπή ήμουν απλά θλιμμένη και παράξενη. Όταν μίλησα έγινα άρρωστη. Από πεταλούδα πίσω σε κάμπια. Αντιστροφή της μεταμόρφωσης.

Κάποιος Εγώ, παρόλα αυτά σ΄ αγαπάω ακόμα.

Μουσική. Cure – Love Song

Σκηνή 6

Κάποια Πάλι στους ίδιους τοίχους. Εγκλεισμός\ Αυτοαποκλεισμός από το έξω. Δεν είναι 2. Είναι 3. 3 είναι, όχι 2. Δεν είναι 2, 3 είναι. Θέλω να...Πάλι από το άλφα αρχίζει.

C Αν αυτοκτονήσεις πρέπει να τα περάσεις όλα απ΄την αρχή.

Κάποια...500 γράμματα περίπου ανά παράγραφο. Μία σελίδα. Τέσσερα λεπτά. Να μετρήσω τέσσερα σωματικά λεπτά. Και γυρίζω. Και πάλι. Γυρίζω. Πάλι. Να αρχίσω ξανά. Σημαίνω τη λήξη αυτής της σεμνής τελετής.
Κάτι εδώ μέσα δεν…
λ
ε
ι
τ
ο
υ
ρ
γ
ε
ι

σ
ω
σ
τ
α

γιαυτό τρίζω… γιατί φοβάμαι
γιαυτό βουίζω…γιατί έχω φαγούρα
γιαυτό ασθμαίνω…γιατί μαραίνομαι
γιαυτό βρωμάω…γιατί φυλλοβολώ
γιαυτό φταίω…γιατί σωπαίνω
γιαυτό τρέμω…γιατί παγώνω
γιαυτό σπαράζω…γιατί πονάω
γιαυτό φοβάμαι…γιατί ξεχνάω
γιαυτό…γιατί αγαπάω
γιαυτό…γιατί μισώ
γιατιμισώγιατίμισώ
γιατί γινομαι η ενοχή...και επιλέγω για κάποιον άλλον
γιατί λυπάμαι…έναν τρόπο
γιατί οικτιρώ…που μέσα του ακυρώνομαι
γιατί εκτίθεμαι…κι ότι είπα
γιατί θυμάμαι…έχει ξοφληθεί στο άδειο μυαλό.
Και γίνομαι μια προσφορά ομιλούσας μνήμης στις εκπτώσεις των εποχών.

Πρόσωπα. Ενοχών

α.κ.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Θα σου πω


Κάποιος περπατάει κρατώντας αγκαλιά ένα αναπηρικό καρότσι. Το αφήνει δίπλα στον κάδο απορριμάτων. Τι κανεις εκεί; του λέω. Κατέβασα τα σκουπίδια μου απαντάει, αυτό είναι όλο.
Κάποιος άλλος σκοτώνει ένα σπουργίτι. Το βάζει σ' ένα κλουβί και το αφήνει στο πεζοδρόμιο. Διαμπερές φέρετρο. Κάποιος άλλος γελά.
Ο τελευταίος πληρώνει μια περιουσία για ένα εισιτήριο του αστικού λεωφορείου και στο τέλος αρχίζει να περπατάει κλαίγοντας. Πάμφτωχος πια.
Περπλανώμενη αγωνία, κανείς τους δεν θα είναι πια ο ίδιος. Εσύ ακίνητος, παρακολουθείς κρυφά απ’ τη γωνία κι ύστερα
εξαφανίζεσαι.
Μα πώς γίνεται;
δε με ρώτησες ακόμα.
Θα σου πώ

ε.σ.
φωτο:Ειρήνη Σουργιαδάκη

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Υπεράνω Υποψίας


Για να πεθάνουμε ήσυχοι. Γι’ αυτό έπρεπε ίσως ν’ ανταλλάξουμε δυο κουβέντες σ’ εκείνο το τραίνο. Ύστερα σκέφτηκα πως, και πάλι μάταιες οι προσπάθειες αφού κάθε τόσο προέκυπτε κάτι νέο που στο τέλος του ταξιδιού θα έμενε μισό. Κι ίσως τότε στ’ αλήθεια να ήταν σα να μην είχαμε πει τίποτα ή και τίποτα να μην είχαμε πει πραγματικά, όμως τι αξία έχουν οι υποθέσεις, οι σκέψεις και τι αξία οι λέξεις; Κι αυτό ήταν κάτι τόσο μακρινό όσο η αφετηρία μας και τόσο ξένο όσο ο προορισμός μας. Ήταν πια πολύ αργά. Έβγαλα λοιπόν το καπέλο του πεθαμένου κυρίου που καθόταν δίπλα και γύρισα όλα τα βαγόνια, όμως κανείς δεν είχε να μου δώσει κάποια πληροφορία για εκείνον που έψαχνα όλα αυτά τα χρόνια, ούτε καν ένα κουμπί, μόνο κέρματα που, μη ξέροντας τι να τα κάνω τα πέταξα από το παράθυρο, αφού υπέθεσα πως ίσως ο κύριος χρειαζόταν το καπέλο του- επιβαλλόταν για μια σεμνή τελετή- και σίγουρα δεν θα το ήθελε γεμάτο με την ευχαρίστηση του καθενός.

ε.σ.

Είμαι εδώ



Ι

Είμαι εδώ. Μέσα στις ανύποπτες κυριακάτικες μέρες ένα σώμα να μεταμορφώνεται ξαφνικά σ΄ένα πηγάδι που από τον πάτο του ακούγονται θηλυκές φωνές πόνου μπερδεμένες χωρίς λέξεις μόνο πόνος να ζητούν βοήθεια. Ένα σώμα που έμαθε να υπομένει το γεγονός ότι κάποιες Κυριακές δεν είναι σώμα αλλά πηγάδι. Θα περάσει.

ΙI

Είμαι εδώ. Μέσα στα ραγισμένα τοπία ενός κόσμου βουτηγμένου στη λήθη. Ο αιώνας έχει ξεπουλήσει όλες τις μνήμες, όλα τα σφάλματα, όλα τα εγκλήματα. Οι ενοχές ξεπλυθήκαν στους ενενήντα βαθμούς κελσίου και στέγνωσαν με τον βαρύ χειμωνιάτικο αέρα του Δεκέμβρη. Έτος 2009. Δεν έχω άλλα παραμύθια να σας αφηγηθώ. Τα σφαγιασμένα μου παράπονα επιστρέφουν πάντα πριν ξημερώσει και μου χτυπούν την πόρτα. Περιποιούμαι τα τραύματα τους και πηγαίνω για δουλειά. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Στην άκρη των βλεφάρων μου στοιβάζεται μια ολόκληρη καινούργια ιστορία. Ακονισμένη η ελπίδα για μια μάχη που είναι για να δοθεί. Αναμένω τις σάλπιγγες.

ΙΙΙ

Είμαι εδώ. Άφησα πίσω τις ενοχές και τον πόνο και έφτιαξα έναν ολοκαίνουργιο μορφασμό στο ρημαγμένο μου πρόσωπο. Δεν είναι ακόμα γέλιο. Μια υποψία ίσως χαμόγελου, μια επιθυμία έτοιμη να κατακλίσει τις μυϊκές ομάδες του προσώπου. Άφησα πίσω τις τσακισμένες εποχές των πένθιμων χαιρετισμών και αρχίζω πάλι. Να συστηθώ ξανά λοιπόν. Επιτρέψτε μου.

α.κ.