Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Καθ' οδόν.

the end of laughter


‘Φύγε’, της είπε. ‘Φύγε από δίπλα μου, γιατί εγώ θέλω το φως αναμμένο. Κι εσύ, είσαι πολύ κουρασμένη, φύγε.’ Αυτά της είπε και την έδιωξε. Το ίδιο βράδυ πέθανε ολομόναχη, με το φως αναμμένο.


Δεν ήμουν μπροστά, το ξέρω όμως, το άκουσα. Το ‘λεγαν κάτι κορίτσια που κάθονταν μπροστά στην εκκλησία κι έκοβαν τα δάχτυλα των χεριών τους για να βγουν καινούργια, καλύτερα. Ομορφότερα και πιο μακριά. Τους το ‘χε πει, λέει, ένας άγγελος, πως αυτό γίνεται δηλαδή, και πως αν θέλουν, μπορούν να το κάνουν. Μετά εκείνος έφυγε περπατώντας.
Τα κορίτσια περίμεναν, το καλοκαίρι κάτω από τον ήλιο, το χειμώνα μες στον αέρα και το χιονόνερο.
Καμιά φορά έβγαιναν τα καινούργια δάχτυλα κι η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.
Καμιά φορά όμως, η αναμονή σκοτώνει.
Κι οι άγγελοι πουθενά, να τους ζητήσεις το λόγο.

ε.σ.

Μια παράξενη κατάρα.


Και θα μ΄απαρνιέσαι εμένα πάλι και πάλι εμένα τον πρώτο έρωτα θα τον απαρνιέσαι ξανά και ξανά και οι δείκτες του ρολογιού να γυρίζουν εγώ να βουτάω μέσα στο χρόνο έξω από το χρόνο μέσα στο σώμα έξω από το σώμα και θα με παρακαλάς να μείνω και εγώ θα φεύγω θα έχω ήδη φύγει. Στην αρχή ένα βλέμμα έπειτα απόφαση στη συνέχεια βήμα κι άλλο βήμα και το βήμα να στρέφεται αλλού, αντίθετα να ξεμακραίνει και ότι ειπώθηκε να ξεθωριάζει και να γίνεται ένας ήχος υπόκωφος στο πίσω μέρος του μυαλού, να κρύβεται απ΄αυτή τη νέα επιθυμία αυτού του άλλου σώματος για το αλλού και θα με επιθυμείς αλλά δε θα είμαι πια εκεί και οι δείκτες του ρολογιού να γυρίζουν εγώ να βουτάω μέσα στο χρόνο έξω από το χρόνο μέσα στο σώμα έξω από το σώμα και θα προσπαθείς να θυμηθείς με λύσσα τη μυρωδιά μου και θα την αναζητάς σε όλα τα σώματα και θα λαχταράς να βουτήξεις στο βλέμμα μου τη ματιά σου αλλά εγώ θα ταξιδεύω τα μάτια μου σε νέα τοπία και σε μια οικεία γεύση θα θυμάσαι τη γεύση των φιλιών μου χωρίς τα φιλιά μου χωρίς εγώ να είμαι, η γεύση της απουσίας μου στο στόμα σου και οι δείκτες του ρολογιού να γυρίζουν εγώ να βουτάω μέσα στο χρόνο έξω από το χρόνο μέσα στο σώμα έξω από το σώμα και τα χέρια σου θα μουδιάζουν χωρίς να χαϊδεύεις τα μαλλιά μου, χωρίς το σώμα μου να αγγίζεις…Και θα ακούς άπειρους ήχους κάθε μέρα. Το τηλέφωνο, αυτοκίνητα, μουσικές. Όχι εμένα όμως. Όχι τη φωνή μου. Εγώ εκεί. Όχι πια. Σ΄έχει στοιχειώσει μια παράξενη κατάρα. Η κατάρα των πέντε αισθήσεων. Καταραμένη η απουσία μου!

α.κ.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Το γράμμα


«Υπάρχουν λέξεις που άργησα να πω και επιθυμίες που δεν βρήκαν δρόμο στη φωνή, υπάρχουν βλέμματα που δεν είδες και δάκρυα που δε σκούπισες στο μάγουλο και το πρόσωπο μου, υπάρχουν μέρες που δεν ήσουν εκεί και μέρες που ήρθες ενώ είχα πια συνηθίσει την απουσία σου, υπάρχουν φορές που όλα ήταν ίδια και φορές που όλα ξάφνου γίνονταν μαγεία, υπάρχουν χάρες που μου αρνήθηκες και χαρές που μου χάρισες απλόχερα, υπάρχουν στιγμές που με στήριζες ενώ δεν ήσουν εκεί και στιγμές που ήσουν εκεί μα δε μπορούσα να σε δω, υπάρχουν απουσίες σου που μίσησα και θέλησα να εκδικηθώ και παρουσίες σου που δε χόρταινα και θα μείνω πάντα αχόρταγη και διψασμένη για σένα και όλα σου τα με και όλα τα μικρά και τα μεγάλα σου, όλους τους φόβους και όλες τις σιγουριές σου, υπάρχουν δρόμοι μας που δεν συναντηθήκαμε και αποφασίσαμε μοναχικές διαδρομές κι όμως για εμάς μωρό μου υπάρχει ένας τόπος δικός μας, ολόδικος μας που θα μπορούμε να είμαστε μαζί, υπάρχουν σταυροδρόμια που χανόμαστε και σταυροδρόμια που ίσως κάποτε συναντηθούμε πάλι αλλαγμένοι, καινούργιοι, διαφορετικοί, έτοιμοι μα και διστακτικοί όχι για να επιστρέψουμε, αλλά για να φτιάξουμε πάλι κάτι δικό μας, θα φιληθούμε και τα χείλη μας θα καούν, θα κοιταχτούμε σα να είναι η πρώτη φορά και θα φτιάξουμε κάτι όμορφο και απλό, ίσως πάλι επιστρέφουμε μόνοι σε ένα συναίσθημα παλιό και μόνοι πάλι να το ξεπερνάμε ψάχνοντας σε νέα πρόσωπα και αγκαλιές να αγγίξουμε κάτι από ότι αφήσαμε, υπάρχουν λοιπόν σ΄ αγαπώ που δε σου είπα γιατί φοβήθηκα και λέξεις που ψιθύρισα γιατί δεν είχα τι να πω, υπάρχουν στιγμές που θέλω να σε κρύψω μέσα μου και στιγμές που ξέρω πως πρέπει να φύγεις…Καλό δρόμο…»

α.κ.

no pencils for the poor


Καμιά φορά- χωρίς να το θέλω- σκέφτομαι πως κάποτε δε θα χρειάζεται να γράφω γιατί δε θα έχω τίποτα να γράψω. Τότε θα αγοράσω ένα κλουβί κι αυτό θα περιφέρεται μόνο του από δωμάτιο σε δωμάτιο, κι όταν θα ‘χω κέφια θα το βγάζω βόλτα στο δρόμο κι ύστερα κάποιος θα φωνάξει Έ! Εσύ! Ποιός θα είναι αυτός και γιατί δεν θα ξέρει το όνομά μου; Δε θα γυρίσω. Θα είμαι μόνη, με κάτι ρούχα πολύ παράταιρα μεταξύ τους, που καθόλου δε θα με κολακεύουν κι έτσι καθόλου δε θα σ’ αρέσω, καθόλου γιατί θα ‘χω μπερδέψει τα νούμερα και τα χρώματα, δεν θα ξέρω γιατί στο διάολο τα αγόρασα, θα ‘χω ξεχάσει να φορέσω παπούτσια και θα κρυώνω. Θα σκέφτομαι πως κάποτε δεν ήταν έτσι τα πράγματα αλλά δε θα μπορώ να θυμηθώ πότε και γιατί άλλαξαν. Θα φυσάει, θα μπλέκομαι μέσα σε φύλλα σε χαρτιά και νάυλον σακούλες. Ύστερα θα παίρνω αγκαλιά έναν τέλειο κύκλο, ένα τιμόνι ολοστρόγγυλο και θα φεύγω από δω. Δε θα ψάχνω για βενζινάδικο γιατί θα ‘χω ήδη φροντίσει να φορτωθώ στην πλάτη μου χιλιάδες λέξεις και σκέψεις προς καύσιν και θα τρέχω, θα τρέχω ώσπου να μου κοπεί η ανάσα, και τότε θα ‘ναι που θα ‘χω ήδη φτάσει. Χωρίς μολύβι πια.
Δεν θ' αργήσω.

ε.σ.