Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

ο τυχερός



Το πρωί σταματάνε στα φανάρια, χαμογελούν, ψιθυρίζουν, πηγαίνουν στο περίπτερο, αγοράζουν ασπιρίνες, τις καταπίνουν με μανία, πιάνουν δουλειά, χαιρετάνε, φιλιούνται σταυρωτά, καμιά φορά υποκρίνονται. Τα μάτια τους βγάζουν φωτιές, τα στόματά τους χολή, ύστερα από λίγο οι φωτιές σταματούν. Τα μάτια τους άδεια, κάτασπρα, κατάμαυρα, τα μάτια τους δεν υπάρχουν, δυο τρύπες, μέσα στους το χάος, οι άνθρωποι, η πόλη. Τίποτα.
Το απόγευμα βγάζουν από τις τσέπες τους μεγάλες πρόκες, αρχίζουν να καρφώνουν στις πόρτες στα παγκάκια στα δέντρα αρνητικά, μακρόστενες λωρίδες γεμάτες εικόνες κατακλύζουν την πόλη, ανεμίζουν με θόρυβο, γεμίζει ο κόσμος φωτογραφίες που αρνούνται να εμφανιστούν. Θροΐζοντας το απραγματοποίητο- κάποτε- δεδομένο της εμφάνισής τους. Κάποια περισσεύουν. Μαζεύονται τότε καμιά δεκαριά απ’ αυτούς, τα παίρνουν, τα κολλάνε, φτιάχνουν μια σημαία. Τρέχουν στο λιμάνι, βρίσκουν ένα τεράστιο πλοίο, ο ένας ανεβαίνει στο κατάρτι, την κρεμάει. Ο άλλος σπάει στην πρύμνη ένα μπουκάλι γαλλική σαμπάνια, η τσιμινιέρα σφυρίζει υπερήφανη κι οι υπόλοιποι μας χαιρετίζουν σαλπάροντας για την άλλη άκρη της γης.

Καλό ταξίδι, φωνάζει αυτός που έμεινε πίσω.

(ε.σ.)

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

δυο κουβέντες για το αντίθετο του τοίχου



Είσαι εδώ. Στέκεσαι στην πόρτα. Στέκομαι στο πλάι σου. Πλάι μου εσύ, μόνο ανασαίνεις. Ακούω την ανάσα σου. Ακούς την αγωνία μου; Ακούω τα βήματά σου καθώς περπατάς πάνω στον τοίχο. Περπατάς, περπατάς, ύστερα παίρνεις μια βαριά και τον γκρεμίζεις. Μετά όλα ήρεμα, όλα εν τάξει. Νομίζω όμως ότι μου άρεσε ο τοίχος. Αυτός που γκρέμισες. Έτσι νομίζω. Νομίζω ότι μου άρεσε κι ο ήχος. Από τη βαριά. Έτσι λέω, νομίζω. Και καμιά φορά- μην το πεις πουθενά- νομίζω ότι ανάβουν πολύχρωμες λάμπες στις εισόδους των γύρω σπιτιών κι ακούγονται από μέσα τέτοια ίδια γκρεμίσματα και γέλια. Και καμιά φορά- πιο σπάνια- και ουρλιαχτά και κλάματα. Γιορτή είναι αυτό; Δε νομίζω, δε γνωρίζω ακόμα, μόνο υποθέτω.
Προς το παρόν σβηστά όλα τα φώτα. Το φιλμ καμένο. Οι τοίχοι στη θέση τους. Μόνο καληνύχτες.
(ε.σ.)

Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

Εγγραφή 5




είδα πρόσωπα/όλα μάτια/ζευγάρια μάτια/τεράστια/χωρίς εικόνες/να ρουφάνε μπερδεμένα κουβάρια/ύλης/και δάκρυα παγωμένα σε μάτια μεταναστών/γεμάτα μάτια δρόμους/απλωμένη μπουγάδα να στεγνώσουν τις μνήμες/διευρυμένο άνοιγμα σε έγκλειστο χώρο/είδα ζωγραφισμένο πρόσωπο σε χαρακωμένο καμβά/να ψάχνει για ένα βράδυ ακόμα/κόκκινο και αρωματισμένο/σώματα/ψέματα/επιθυμίες/αρνήσεις/δύο και δύο/ή άλλοι συνδυασμοί των τεσσάρων/ γυρίζω πάλι σε υγρό σώμα/ύπνο κουβάρι/κουρασμένο και κουλουριασμένο μυαλό/στα χέρια σου.

(α.κ.)

Φως



Παντού και πάντα φως, ν’ ακούμε μια ζωή τις ίδιες μελωδίες. Για τη μνήμη αυτά. Εις μνήμην άλλα. Πνιγμός ο χρόνος σαν απελπισμένο δάκρυ που δεν το είδε κανείς, παρ’ όλο που θα ήθελα κάποιος να το προσέξει. Να έρθει ο κόσμος να μας ρωτήσει γιατί κλαίμε κι εμείς να πάμε για ύπνο ήσυχοι. Σίγουροι πως κάποιος νοιάζεται για μας, με λίγη θέληση θα ονειρευτούμε απόψε. Θα ονειρευτούμε πολλά χαρτιά και λέξεις. Όχι αληθινά, μόνο ψεύτικα, μόνο ψέματα τώρα και πλήξη. Για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, γι’ αυτούς θα πάρω τα κουφάρια σας απ’ τη μέση, τα κουφάρια μας απ’ την άκρη, να καθαρίσει ο ουρανός. Θέλουνε κι άλλοι να κοιτάξουνε τ’ αστέρια. Έτσι παραμερίζω τον εγωισμό και λέω μπράβο σ’ αυτούς που καίγονται πιο εύκολα απ’ τα τσιγάρα. Ξεκίνα, εδώ είμαι. Κι αν πηγαίνω καμιά βόλτα γύρω απ’ τον εαυτό μου και τη θλίψη μας, εδώ θα ξανάρχομαι, να δοξάζω την απώλεια και την αϋπνία, τις ύψιστες αυτές αιτίες ύπαρξης.
(ε.σ.)

γιορτινό



Ζω τις ώρες που οι άλλοι αναπαύονται για να κερδίζω λίγη περισσότερη από την ενέργεια του κόσμου.
Σκέφτομαι πάντα πως δε σκέφτομαι κι ονειρεύομαι πως μια μέρα θα βρω όλα εκείνα που ξέχασες και θα στα στείλω.
Μακρινές οι αποστάσεις,
λίγα τα λουλούδια,
κέρνα με αν μπορείς κάτι να μου θυμίσεις τη φτώχεια μου.
Οι ημέρες μέσα στο καλειδοσκόπιο,
οι νύχτες μέσα στο μίξερ.
(ε.σ.)