Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Εγγραφή 30


Όλες o ιστορίες βουλιάζουν σε ένα λάκκο στο τέλος του δρόμου.
Βρέχει ενοχές.

Τα παραμύθια κουρνιάζουν σε παράλυτες αγκαλιές.
Μυρίζει επανάληψη.

Η φωτιά καίει πρώτα το μυαλό.
Έπειτα τις διαδρομές.

Γράφω τις λέξεις από μνήμης.
Γιαυτό είναι άδειες.

Μισώ την τέταρτη φορά χωρίς παλτό.
Καλοκαιρινό αμάνικο στο κρύο.

Επιτρέψτε μου να αποχωρήσω χωρίς την άδεια σας.
(α.κ.)

Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας. Σκέφτομαι πως δε σκέφτομαι κι επανέρχομαι στη θέση μου. Κι ύστερα προσποιούμαι πως δεν προσποιούμαι πια. Τότε είναι που βγαίνω απ’ την πόρτα και χάνομαι, δε με βρίσκω πουθενά. Οι γνωστοί δρόμοι αλλάζουν όνομα, όψη και πορεία, το πρωί μεσημέρι βράδυ μεσημέρι βράδυ και μετά πρωί, όλα στο μίξερ και μετά σ’ ένα μεγάλο κάδο απορριμμάτων, περνάει το φορτηγό και τα μαζεύει- το πρωί ή το βράδυ- μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια. Και τότε θέλω να φωνάξω «Όχι, όχι, αφήστε τα κάτω, θα τα χρειαστώ και αύριο!», αλλά πάλι δειλιάζω. Έχω ένα φόβο ανυπολόγιστο, ανυπέρβλητο και ανυπόταχτο. Όταν κάποιος φωνάζει τ’ όνομά μου, εκείνος μπαίνει στην τσέπη μου και κρύβεται για όσο χρειαστεί. Έχω ένα φόβο υπομονετικό, ενοχλητικό που όλο μου ψιθυρίζει, μου λέει, εσύ, που κάνεις πως δεν ακούς, που κάνεις πως δε βλέπεις, που κάνεις πως δε συνειδητοποιείς. Δες! Την ανάγκη του ανθρώπου για φόβο. Την ανάγκη του ανθρώπου για άνθρωπο. Την ανάγκη του ανθρώπου για ανάγκη. Την ανάγκη του ανθρώπου για θάνατο. Για ζωή. Την ανάγκη αυτού εδώ, αυτού-εδώ-του-πολύ-συγκεκριμένου-ανθρώπου, την ανάγκη του για έρωτα.
Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας, στο τέλος με φτάνει και με προσπερνάει.
(ε.σ.)

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

ΑΣΤΕΙΟ




Είχα πληροφορηθεί από έγκυρες πηγές πως κάπου εδώ γύρω ήταν το σπίτι των γονιών μου. Για να είμαι λοιπόν όσο το δυνατόν πιο κοντά τους, κοιμόμουν τις νύχτες στις καμπίνες των πλοίων που εκτελούσαν ξεχασμένα δρομολόγια στις πιο απίθανες γωνιές του πλανήτη, πράγμα καθόλου εύκολο αφού μέσα σ’ αυτά τα πλοία, όπως άλλωστε θα γνωρίζετε, δε νυχτώνει ποτέ. Κλόουν και ταχυδακτυλουργοί εξοπλισμένοι με σωσίβια, φιάλες οξυγόνου και άλλα αστεία μα και μακάβρια αξεσουάρ τριγυρνούσαν χορεύοντας χωρίς μουσική στους διαδρόμους και τα καταστρώματα, ώσπου καμιά φορά κάποιος φώναζε πως έπιασε ένα πολύ μεγάλο ψάρι, κι έβγαιναν τότε τρέχοντας όλοι έξω να το δουν. Κι όσοι επιζούσαν από το ποδοπάτημα έβλεπαν μόνο κάτι πορτοκαλί σκιές μέσα στο μαύρο που αναβόσβηναν σα νέον γράμματα κι ανακατεύονταν κι έλεγαν, τώρα μπορείτε να γελάσετε με την ψυχή σας. Δε θα φτάσουμε ποτέ.
(ε.σ.)
φωτο:Ειρήνη Σουργιαδάκη

ΦΩΝΕΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

ΦΩΝΗ 1

«Είμαι. Κάποια. Αυτό μάλλον αρκεί. Αόριστη αντωνυμία γένους θηλυκού. Βρίσκομαι. Σε κατάσταση ανασύνταξης όλων των διαλυμένων μου κομματιών. Επιθυμώ, ένα νέο πρόσωπο. Ήμουν. Εδώ. Κι έφυγα. Ταξίδεψα στο σύνορο του ανθρώπινου μυαλού. Περιπλανήθηκα σε αυτόν τον μικρό στριμωγμένο χώρο για καιρό. Έχασα τα πάντα. Διαλύθηκαν όλα. Ομολόγησα όλα μου τα πάθη. Έγινα όλες μου οι εμμονές. Είδα τον κόσμο γυμνό και άγριο. Γέννησα τον πόνο ετών. Ξέρασα τη θλίψη αιώνων. Ανακάλεσα τα ψεύδη χιλιετιών. Ξανάφτιαξα το πρόσωπο μου κουρασμένη γιορτή. Αρνήθηκα την ύλη. Έγινα όλα τα πρόσωπα. Έγινα όλα τα πράγματα. Πρόδωσα τις νυχτερινές προσευχές. Κέρασα τους περαστικούς απεγνωσμένη χαρά. Τρόμαξα από χάδια αγαπημένων συγγενών. Σημάδεψα τον ουρανό έσχατη νίκη. Καταράστηκα το σώμα και τις επιθυμίες του. Σιγοψιθύρισα τον φόβο των λέξεων. Ανασκεύασα όλες τις πρόστυχες ιστορίες μου. Κατέγραψα κάθε κίνηση των αποσυντονισμένων μου νευροδιαβιβαστών. Επιθύμησα όλα τα γήινα σώματα. Μίλησα σε όλα τα φαντάσματα. Υποδέχτηκα την προαιώνια επιθυμία για λύτρωση ντυμένη την καταραμένη μου μοίρα. Ξενύχτησα πάνω από τα σφάλματα του γένους μου. Τρόμαξα μπροστά στη βία των ανθρώπων. Περπάτησα χέρι-χέρι με άγνωστους συνταξιδιώτες. Κοίταξα στα μάτια γνωστούς και έψαξα την αλήθεια. Πάτησα γερά πάνω στη γη. Δολοφόνησα πρώην εραστές και έριξα το σώμα τους σε λυσσασμένα σκυλιά. Αρνήθηκα τη σιωπή. Λάτρεψα τη φλυαρία. Παρέδωσα τις καταγραφές στους κατασκόπους. Μίσησα τους ζωντανούς. Ασέλγησα στους νεκρούς. Σκότωσα την επιθυμία. Ρώτησα τους περαστικούς να μου δείξουν έναν δρόμο που δεν υπάρχει. Γνώρισα τα μυστικά των προσχεδιασμένων πτώσεων. Έφτασα στο σύνορο του γήινου φόβου. Και επέστρεψα».
(α.κ.)

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

winter tale




Η ιστορία μου θα ξεκινήσει μια μέρα που μια φωνή από παλιά, πολύ βαθιά θαμμένη θα αρχίζει να σαλεύει μέσα στο κεφάλι μου. Ο πόνος. Και τότε θα βρεθούμε. Θα βρεθούμε, γιατί να μη βρεθούμε κι όχι γιατί θα πρέπει κι ίσως και να ‘μαστε πραγματικά δύο, κι όχι ένας κι άλλος ένας, όχι ένας μόνος του κι ο άλλος μόνος του. Δύο, κι όχι ένας, κι ο ένας να υπάρχει κι ο άλλος να μην υπάρχει κι ο ένας να ακούει κι ο άλλος να μιλάει κι ο ένας να κοιτάζει κι ο άλλος να βλέπει κι ο ένας να αναπνέει κι ο άλλος να ζει κι ο ένας να χάνει κι ο άλλος να χάνεται κι ο ένας να χάνει κι ο άλλος να κερδίζει κι ο ένας να αγγίζει κι ο άλλος να αισθάνεται κι ο ένας να γελάει κι ο άλλος να πεθαίνει κι ο ένας να κλαίει κι ο άλλος πάλι να πεθαίνει και στο τέλος ο ένας να φεύγει κι ο άλλος να πρέπει να αναστηθεί αλλά να πεθαίνει αφού όσο κι αν προσπαθήσω για ένα happy end, έτσι θα γίνεται πάντα.
(ε.σ.)

Ερωτικός εφιάλτης


Και όταν λέω "Πάει πια. Τελείωσε" το δηλώνω το υπογράφω βάζω σφραγίδα το επικυρώνω ΕΚΕΙΝΟΣ έρχεται στο κρεβάτι μου, παίρνει τα σκεπάσματα μου, με παίρνει αγκαλιά, με καληνυχτίζει, με φιλάει, μου κάνει έρωτα όπως θέλω να μου κάνουν έρωτα και έπειτα κοιμάμαι είμαι μόνη μου εγώ μ΄εμένα μα εκείνος εισβάλλει και στοιχειώνει τα όνειρα μου ΠΟΙΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ ΑΦΗΣΕ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ; Και λίγο πριν ξημερώσει, λίγο πριν ξυπνήσω στρίβει σε κάποια γωνία και χάνεται εγώ δεν τον προλαβαίνω -δεν έχει όνομα η οδός- τα γράμματα είναι σβησμένα ένα ίχνος ίσως αόρατο στην πεπερασμένη αντιληπτική ικανότητα των οφθαλμών μου δεν έχει όνομα- κι αν ίσως κάποτε είχε θα την έλεγαν ενηλικίωση- δεν προλαβαίνω όλοι οι δρόμοι γύρω ίδιοι δεν προλαβαίνω και...ξυπνάω μ΄αυτή την ανακούφιση στο στήθος μου ότι ήταν απλά ένα κακό όνειρο και τελείωσε ξύπνησα και αυτή η καταραμένη αυταπάτη δεν κρατάει ούτε λίγα γαμημένα δευτερόλεπτα όχι δεν είναι όνειρο ΠΑΕΙ ΠΙΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕ και τις λέξεις αυτές τις κραυγάζει στο αφτί μου η ίδια η πραγματικότητα αυτοπροσώπως ήρθε μέχρι εδώ για μένα για να μου το πει έκανε τόσο κόπο πώς να της το ξεπληρώσω το σύμπαν ολόκληρο κραυγάζει γιατί στριγκλίζει λοιπόν δεν είμαι κουφή ερωτευμένη είμαι ναι ακόμα με κάποιον που δεν υπάρχει το μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί μυρίζει το δέρμα μου τη μυρωδιά του γιατί μυρίζω έρωτα κάνω μπάνιο με παγωμένο νερό δεν προλαβαίνω να περιμένω το θερμοσίφωνα δεν προλαβαίνω αλλά κάποιος επιμένει ν΄αγοράζει το αφρόλουτρο που χρησιμοποιούσε εκείνος ΠΟΙΑ ΑΡΑΧΝΗ ΥΦΑΙΝΕΙ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΑΓΙΔΕΥΟΜΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΟΛΗ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΜΕΡΑ ΕΙΜΑΙ ΜΥΓΑ-ΟΡΕΚΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΑΧΟΡΤΑΓΗ ΤΥΧΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΨΕΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΩΝ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΩΝ εκεί όλη μέρα ούτε μπροστά ούτε πίσω μέχρι να έρθει το κοινό μου τα κανάλια κάποιος τέλως πάντων να ξανακάνω δηλώσεις και να πέσω πάλι στο κρεβάτι θυμάσαι που σου έλεγα ότι είναι στοιχειωμένο δε με πίστευες τότε τώρα μήπως λές να μην κοιμηθώ... και πάλι και πάλι και πάλι και πάλι σχεδόν δύο χρόνια τώρα.

(α.κ)

No movement left darling

Οι άνθρωποι καμιά φορά δε θέλουν να πεθάνουν. Μαζεύουν τότε δώρα, κουμπιά και όλα τους τα χρήματα κι αναπαύονται στις κλίνες τους. Η σιγουριά για το αύριο είναι η μόνη δυστυχία. Η μόνη ελπίδα. Και μια μέρα θα ‘μαστε πολύ κοντά, να το θυμάσαι. Γιατί εγώ ξεχνάω.
(ε.σ.)


Ερχόταν συχνά κάποια ώρα της νύχτας που μηδενίζονταν οι αποστάσεις κι οι χρόνοι αγχωμένοι μετρούσαν ανάποδα. Γέμιζαν οι δρόμοι τραπουλόχαρτα απ’ τις χαμένες παρτίδες. Άλλα αυτά που θελήσαμε κι άλλα αυτά που καταφέραμε. Άντε να διαλέξεις τώρα που πρέπει να τραβήξεις φύλλο αλλιώς χάθηκες. Ενάντια σε κάθε μορφή ύπνου. Το μόνο που ευλογήθηκε ήταν η αμνησία κι αυτή ήταν που μισήσαμε περισσότερο αφού κι εμάς μας μίσησαν οι μνήμες. Καταλαγιάζει ο πόνος. Είναι οι νύχτες των ιδιωτικών ντετέκτιβ και οι νύχτες που πεθαίνουν οι ποιητές. Όσο υπάρχουν αυτές ,να μη φοβάσαι. Το φως θα κρύψει τους κινδύνους ή θα τους φανερώσει. Τιμής ένεκεν μιας κυριολεξίας, ανέπαφες, ανέγγιχτες οι ενοχές, δε μας πλησιάζουν ούτε οι επόπτες ούτε οι φύλακες. Χαμένοι είναι, σκέφτονται, τι να ασχοληθούμε.
(ε.σ.)
φωτο:Ειρήνη Σουργιαδάκη

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Μυστήρια τραίνα




Διάλειμμα.
.................................................................
Θυμάμαι τότε που- νύχτα ήταν θαρρώ- μια νύχτα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, τότε που κάποιος αντάλλαξε μια μήτρα μ’ ένα διαβατήριο κι έτσι κατάφερε να φύγει… Κι αν αυτός ο άγνωστος μας δίδαξε κάτι για τη μοναξιά, αυτό ήταν το χρώμα της. [Το προφανές]
Ήταν αληθινά ύποπτος. Επέμενε ν’ ανάβει τα τσιγάρα του με το κερί, ρουφούσε σα να ‘θελε να καταπιεί όλη τη φλόγα, δεν πίστευε λέξη απ’ όσα του ‘χα διηγηθεί για τους ναυτικούς και τις νεράιδες της φωτιάς. Δεν πεθαίνει κανείς με δοξασίες. Η μήπως αυτό είναι ο θάνατος; Μια δοξασία. Όπως εκείνη την πρωτοχρονιά που ζήτησα μια αγάπη και μου ‘φεραν μια Κυριακή.
Τα δεχόμουν αδιαμαρτύρητα λοιπόν όλα αυτά, γιατί είχα κάτι άλλο στο μυαλό μου, πιο σίγουρο και πιο διαβολικό.
.........................................................
Και τώρα αφήστε με. Δεν μπορώ να πω περισσότερα. Έχω πια μεγαλώσει. Έχω αλλάξει πόλη, χώρα διαμονής και ονοματεπώνυμο. Τα θυμάμαι βέβαια όλα. Μερικά δε μ’ αφήνει κι ο ίδιος ο χρόνος να τα ξεχάσω, κάποια βράδια βάφεται ολόμαυρος σαν δίνη, απλώνει τα δυο τεράστια κοφτερά του χέρια, μου ανοίγει το κεφάλι στα δύο, τα βάζει όλα μέσα, μνήμες και μέρες και εισιτήρια καθώς και άλλα πολλά, όχι δικά μου πράγματα μα δικά του πιο πολύ και τα στροβιλίζει με μανία. Τον ευχαριστώ για τον κόπο του και γι΄ αυτόν τον εξαίσιο πόνο. Για τον εαυτό του δεν κράτησε τίποτα. Κι εδώ καλά είναι πάντως αλλά πάλι μνήμες γεμίζω. Εδώ, στις Αλκυονίδες ημέρες ποτάμια ανθρώπων ρέουν ασταμάτητα, ανενόχλητα, ξεχειλίζουν τα στενά, τις λεωφόρους. Απόστρατοι αξιωματικοί ξιφομαχούν με κολόνες του ηλεκτρικού, κάποιος βάλθηκε να αλλάζει τα ονόματα των δρόμων, συννεφιά, πόσοι βαθμοί Κελσίου αυτοί κι εγώ να κλαψουρίζω σ’ αγαπάω. Μια μυστηριώδης συμμορία αποτελούμενη από μικροσκοπικές σοπράνο που ακονίζουν τις γλώσσες τους, τις καταπίνουν και ξερογλείφονται, άλλοι πάνε για δουλειά, τα παγκάκια άδεια και τα λεωφορεία σε απεργία. Τα ημερολόγια άγραφα μα κόκκινα, κίτρινα φύλλα στον αέρα, ο αέρας δυνατός, τα δέντρα φυλλοβόλα. Αθήνα (πια), έτος δύο χιλιάδες κάτι, πραγματικό.
(ε.σ.)

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009




«Φοβάμαι ότι μια μέρα θα βγω έξω και καθώς θα περπατάω θα ξεχάσω το μυαλό μου στη μέση του δρόμου και θα φύγω. Θα περπατήσω πολύ και μετά θα αρχίσει να βρέχει όξινη βροχή και δε θα θυμηθώ ότι ξέχασα και μετά θα ορμήσουν κατά πάνω μου όλοι μου οι φόβοι, ο δρόμος, οι άγνωστοι άνθρωποι γύρω μου, τα αυτοκίνητα, κόρνες. Όλα. Φόβος. Και δε θα μπορώ να θυμηθώ το όνομα μου και που είναι το σπίτι μου. Όλα θα είναι οικεία και ξένα ταυτόχρονα. Και θα θέλω να γελάσω και να κλάψω με λυγμούς. Θα θέλω να τρέξω και να ακινητοποιηθώ. Και θα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια, όλοι καθρέφτες, και θα τρομάζω. Και θα ζεσταίνομαι αφόρητα, αλλά θα αγοράζω κασκόλ από πλανόδιους. Και σε ένα γερασμένο πρόσωπο θα αναγνωρίζω το πρόσωπο του παππού μου και θα θέλω να το φιλήσω, γιατί ο παππούς μου πέθανε ξαφνικά και δεν πρόλαβα να τον φιλήσω για τελευταία φορά.
Και θα είμαι σε ένα σταυροδρόμι και θα νιώθω ότι ο προορισμός μου είναι προς όλες τις κατευθύνσεις και θα ακολουθώ όλους τους δρόμους και θα ζητάω τσιγάρο από τους περαστικούς και εκείνοι θα με κερνάνε την πρώτη μου μάρκα τσιγάρα και θα ακολουθώ πάλι τους βρεγμένους δρόμους να καταλήγουν στο σημείο της αφετηρίας μου-ή μήπως είναι το τέρμα; Και θα βάζω τα χέρια μου στις τσέπες και θα βρίσκω τα εισιτήρια από την πρώτη ταινία που είδαμε μαζί στο σινεμά. Πάνε δέκα χρόνια τώρα. Πώς στο διάολο βρέθηκαν στην τσέπη μου; Και θα γίνομαι όλοι οι φόβοι μου...Και μ΄ένα περίεργο τρόπο θα επιστρέφει μέσα μου η αίσθηση ότι κάπου στη μέση του δρόμου άφησα το μυαλό μου. Εσύ τι θα έκανες αν έβρισκες στη μέση του δρόμου ένα παρατημένο, σχεδόν χαλασμένο μυαλό; Θα το επέστρεφες ή θα το έστελνες για επισκευή;»
(α.κ.)

φωτο:Ειρήνη Σουργιαδάκη

Σημαίες μεσίστιες




Σπέρνω μελαγχολίες, ακονίζω δόντια εχθρούς δόντια φίλους μυστικά περάσματα αποσπάσματα λιπόψυχα κόκαλα χωρίς τα φαντάσματά τους.
Κάποτε είδα μια σχισμή στην αγωνία του προσώπου σου, ένα μικρό κερί στα σωθικά μου ή μια πατρίδα χωρίς το απόλυτό της.
Καιροφυλακτούσε όμως εκείνος ο ψηλός ένοικος του απέναντι σπιτιού και μόλις έφυγα, τρύπωσε στο σπίτι μου. Κάθισε στην πολυθρόνα κι άναψε ένα τσιγάρο, μετά έβαλε με τον αναπτήρα του φωτιά στην άκρη της κουρτίνας. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν όλα τελειώσει. Ή αρχίσει, δεν είδα τίποτα. Όταν επέστρεψα, τον βρήκα εκεί, ακίνητο, ένα κάρβουνο σε σχήμα ανθρώπου να ατενίζει τον άπειρο χρόνο του θανάτου. Τα παιδιά του στο απέναντι μπαλκόνι φώναζαν τ’ όνομά του γελώντας. Μου πέταξαν ένα κόκαλο ή ένα ξεροκόμματο- δε θυμάμαι- κι ύστερα κλείστηκαν στο ασανσέρ για πάντα
(ε.σ.)
φωτο: Ειρήνη Σουργιαδάκη